Posted at 28-12-2006 @ 01:41 by ..::DeUCeD::.. in Cursed
Αναλογίζομαι πως δεν θυμάμαι τι γεύση είχε ο καφές μου το πρωί και δεν μπορώ να υπολογίσω -έστω με σχετική ακρίβεια- πόσους καφέδες έχω πιει το χρόνο που πέρασε. Αναρωτιέμαι πόσα πράγματα τελικά θυμάμαι από όσα έζησα και διαπιστώνω με τρόμο πως, όσα πράγματι θυμάμαι πως έζησα, είναι ελάχιστα. Στην ουσία έζησα μόνο έξι μικρές εφήμερες στιγμές μένοντας απελπιστικά ζωντανός-νεκρός για όλο τον υπόλοιπο χρόνο.
Posted at 21-12-2006 @ 15:50 by ..::DeUCeD::.. in Damned
Ξύπνησα ιδρωμένος, νύχτα.
Ο ίδιος –χρόνια- ερωτικός μου εφιάλτης.
Η ίδια –χρόνια- αναθεματισμένη μου ανάμνηση.
Posted at 19-12-2006 @ 12:41 by ..::DeUCeD::.. in Cursed
ON
Posted at 07-12-2006 @ 13:19 by ..::DeUCeD::.. in Cursed
Σου ζήτησα να με μάθεις, μόνο για μία φορά.
Φοβήθηκες μήπως ζήσεις για πάντα.
Χαίρομαι που δεν σταμάτησες ποτέ.
Posted at 07-12-2006 @ 09:01 by ..::DeUCeD::.. in Deamons
Ο Maurice Blanchot γεννήθηκε το 1907 στον αγροτικό συνοικισμό Καιν του νομού Σων-ε-Λουάρ της Γαλλίας, όπου η εύπορη οικογένειά του, εκτός των αγροκτημάτων, είχε στην κατοχή της μια όμορφη και μεγάλη κατοικία, όπου ενήλικος θα επιστρέφει μέχρι τέλους στο “υψηλό δώμα” της για να γράφει.
Δοκιμιογράφος και αφηγηματογράφος, ο Μπλανσό μεταφέρει στο έργο του την οριακή εμπειρία του θανάτου που την αντιλαμβάνεται ως “δοκιμασία της απουσίας τέλους“.
Posted at 04-12-2006 @ 09:48 by ..::DeUCeD::.. in Deamons
Σταμάτησα. Δε βιάζομαι, ούτε προσέχω χριστουγεννιάτικα δέντρα. Συχαίνομαι το πάθος σου για τα Χριστούγεννα. Άκουσε κοριτσάκι, δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και δεν πρόκειται να σου φέρει τίποτα. Του ‘χεις γράψει απο πέρισυ το γράμμα κι εκείνος συνεχίζει να σε γράφει. Θα του γράψεις και φέτος να σου φέρεi μια πλάτη γιατί δε σ’ αρέσει αυτή η μελανιασμένη, αλλά πάλι, με την ίδια μελανιασμένη πλάτη θα τη βγάλεις. Κάποιος περπατάει δίπλα σου κι εσύ μπορείς να του μιλήσεις, όμως, αλήθεια πες μου, μπορείς?
Posted at 03-12-2006 @ 21:35 by ..::DeUCeD::.. in Damned
Χαράματα.
Αποφασίζω να πάω ξανά μια βόλτα στη θάλασσα. Κλεισμένος στο σπίτι εδώ και δεκαπέντε βράδια νιώθω το μυαλό μου στυμμένο απ’ όλες μου τις σκέψεις, έτοιμο να χάσκει ξανά στην αιώνια θνητή παραλυσία του. Έλιωσα στα χείλια μου το τελευταίο δείγμα του καυτού περιστασιακού μονόφυλλου, αλείφοντας με ζέστη τα πνευμόνια μου και σκορπώντας χαλάρωση στον εγκέφαλό μου, κατεβάζοντας λίγο μετά, μια απαραίτητη γουλιά παγωμένης Guinness.


