Και να ‘μαι πάλι έξω να τριγυρνώ πάνω κάτω την Αρεοπαγίτου ράθυμα. Θυμάμαι μικρός έβλεπα στα μπαρ και στα καφενεία τους «μεγάλους» να πίνουν μονάχοι τους τη μπύρα σκεφτικοί κι αδιόρατοι και τους θαύμαζα. «Έτσι θα γίνω κι εγώ» σκεφτόμουν τότε. Κι έγινα.
Το καφενείο στο θησείο, αυτό στα σκαλάκια, έχει τα τραπεζάκια πολύ κοντά, το ένα δίπλα στ’ άλλο κι εγώ κάθισα ακριβώς δίπλα από ένα ζευγάρι που έχουν κατεβάσει κάτι ρακές, ακούγοντας τον τύπο να έχει ξεσκιστεί στ’ αστεία προσπαθώντας να κάνει την άλλη να γελάσει, μα με το ζόρι τα καταφέρνει αλλά μάλλον είναι που χει ζαλιστεί και τελικά δεν τον κόβω να πηδάει καλά γιατί φαίνεται νευρικός και συνέχεια μιλάει χωρίς να λέει τίποτα και σκέφτομαι πως αν ήμουν στη θέση της γκόμενας θα με είχε πάρει ο ύπνος -τζήζους! μερικοί ούτε με φροντιστήριο δε μαθαίνουν- αλλά είναι που η τύπισσα φαίνεται γλυκιά κι ερωτική χωρίς να μιλάει πολύ, μα δε βαριέσαι, μόλις έφυγαν, οι επόμενοι μπορεί να ‘ναι καλύτεροι.



















