Είναι φορές που τα παίζω επειδή δεν έχω τίποτα και πουθενά να σταθώ, χωρίς διάθεση να γελάσω ή να αστειευτώ, γιατί λείπει ένα απλά άθλιο -μα μοναδικό ΜΟΥ ξεχωριστό- υποκείμενο, που ξεγλίστρησε πέφτοντας με μονόχρωμο τρύπιο αλεξίπτωτο, αφήνοντάς με μόνο να τρομάζω με το κενό που με περιτριγυρίζει.

Στου Σικάγου το χειμώνα
ήτανε μια ανεμώνα
που γυρνούσε βράδυ
απ’ τη δουλειά

Ξεγελώ ύπουλα τον –ακόμα ανήλικο- εαυτό μου τη στιγμή που αργοπεθαίνει λέγοντας «δεν πειράζει» μιας και είμαι ΕΓΩ ο δολοφόνος του, κρύβοντας το πρόσωπό μου από ντροπή μπροστά σ’ ένα –τρομαγμένο περισσότερο από μένα- μικρό παιδί.

Έμπαινε στ’ ανθοδοχείο
με νερό απ’ το ψυγείο
άγρια ανεμώνα
όνειρα γλυκά

Ανέγγιχτος και άοσμος, νιώθω την κατάντια της πλαστικής μου ύπαρξης να με πνίγει κι όμως, σφυρίζω οικουμενικά αδιάφορα, στέλνοντας μηνύματα που δεν φτάνουν σε παραλήπτες γιατί σταμάτησα -ΠΙΑ- να θυμάμαι τον αποστολέα.

Μέσα στον ουρανοξύστη
αγκαλιά με το ξενύχτι
χίλιες πόρτες, όμως
ερημιά

Άδειασα στο κενό την υπαρξιακή μου ολότητα προσπερνώντας, δονκιχωτικά έξυπνα και με χάρη, τις φωνές που τρομάζουν τον συνεχή καθημερινό μου εφιάλτη, ΧΩΡΙΣ να υπάρχει έστω κι ένας αληθινός ΛΟΓΟΣ.

Έφτιαχνε με γύρη στίχους
γέλια άκουγε απ’ τους τοίχους
άγρια ανεμώνα
όνειρα γλυκά

Άκουσα τους λυγμούς του άλλου κι επιβεβαίωνα πως εγώ μπορώ ν ακούω ΚΑΛΑ, λησμονώντας πως έτσι αποδείκνυα τραγικά πως ήμουν ΑΝΕΚΑΘΕΝ κουφός, ξεχνώντας να αφουγκραστώ –ΤΕΛΙΚΑ- ακόμα και τον εαυτό μου.

Κάποια νύχτα από τους λόφους
πήδησε όλους τους ορόφους
τα μακριά ανεμίζανε
μαλλιά

Έπιασα το σφυγμό του καρπού ΜΟΥ κι άκουσα τη δικιά ΤΟΥ μηχανική καρδιά να δουλεύει υποτονικά, αγνοώντας απλουστευτικά πως η ομοιότητα είναι απλά ένα μικρό υποσύνολο της διαφοράς.

Και στην τρίτη λεωφόρο
το κορμί της κάνει δώρο
άγρια ανεμώνα
όνειρα γλυκά
ωωω…
όνειρα γλυκά

Λάτρεψα το είδωλό μου στον άλλο μα ξέχασα να τον ευχαριστήσω, έστω και μια φορά, χωρίς να μετανιώσω αληθινά για την παρασιτικά μεγαλοπρεπή πραγματικότητα που κυνηγούσα, πιστεύοντας στην απόλυτη –μα κούφια- μοναδική μου αλήθεια, πως ΕΓΩ ζω κι οι άλλοι ζουν από μένα.

Κάποια νύχτα από τους λόφους
πήδησε όλους τους ορόφους
τα μακριά ανεμίζανε
μαλλιά

Πήδηξα πολύ ψηλά έχοντας κατά νου πως κάποιος θα χει ήδη στρώσει το στρώμα από κάτω, μα δεν βρήκα το θάρρος να του το ζητήσω κοιτώντας τον στα μάτια κι έτσι έπεσα άτσαλα, τσαλακώνοντας τον ίδιο μου τον εαυτό, χωρίς ΚΑΝΕΙΣ να μπορεί –ΠΙΑ- να με σταματήσει.

Και στην τρίτη λεωφόρο
το κορμί της κάνει δώρο
άγρια ανεμώνα
όνειρα γλυκά
ωωω…
όνειρα γλυκά

Όμως, ενώ ήξερα, έκανα πως δεν -ΤΟΝ- κατάλαβα, αν και γνωρίζω πως είμαι αληθινά ανίκανος να ΜΕ αλλάξω, γι αυτό και δεν ελπίζω τίποτα, παρά μόνο να μπορούσα να ξεγελάσω ακόμα έναν μου εαυτό, ακόμα μια φορά, παραβλέποντας, με απελπιστικά επαναληπτική ανακρίβεια, πως ίσως είναι –πίστεψέ με- αρκετά αργά.

Κάποια νύχτα…
Όνειρα γλυκά…

Μετάνιωσα,
μα κι αν μετάνιωνα,
φοβάμαι πως δεν θα άλλαζε τίποτα,
όπως δεν άλλαξε τίποτα…

Tags: § §

2 Comments

Go to Comment Form »
  1.   weirdo said:

    24-11-2006 @ 11:56

    [+]

    ..μια κατάθεση ψυχής αποδοσμένη με απίστευτα γλαφυρό τρόπο.. Και πολύ αυτοσαρκασμό.. Για ποιο λόγο θα μπορούσε... ...

  2.   deuced said:

    24-11-2006 @ 12:11

    [+]

    Ρωτάς -ΕΣΥ- αυτά που κι ΕΓΩ ρωτώ κι ας γνωρίζουμε κι οι δυό πως οι απαντήσεις ΜΑΣ είναι οι ίδιες οι ερωτήσεις μα... ...


Post a Comment

Are you a SPAMMER?   YES     NO   (required)