Posted at 05-01-2007 @ 12:47 by ..::DeUCeD::.. in Cursed
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που μιλήσαμε για πρώτη φορά. Όμως δεν είμαι σίγουρος πόσα ακριβώς χρόνια τον ξέρω. Γνωριζόμαστε από τότε που ήμασταν ακόμα έφηβοι, που ρωτάγαμε αχόρταγα ο ένας τον άλλον, ψάχνοντας απαντήσεις για τον κόσμο μας και τον εαυτό μας. Από τότε βρισκόμαστε τακτικά, συνήθως βράδια –μάλλον πάντα βράδια- όταν είμαι κι εγώ -κι αυτός- μόνος.
Αποφεύγει συστηματικά τους άλλους ανθρώπους, μάλλον γιατί δεν θέλει να ενοχλεί ή να τον ενοχλούν και γιατί δεν τον ενδιαφέρουν, αυτό τουλάχιστον μου έχει αναφέρει ρητά. Έτσι, είμαι ο μόνος του φίλος, με τον οποίο μπορεί -για ώρες- να συζητά. Οι κουβέντες μας είναι ένα όμορφο παιχνίδι μεταξύ μας ερωτήσεων που –εμένα- με οδηγεί όλο και πιο βαθιά στην αμφισβήτηση. Όμως είναι αλήθεια πως το απολαμβάνω και είναι φορές που τον αποζητώ, όταν χρειάζομαι κάποιον να μιλήσω.
Θα μπορούσα να τον περιγράψω ως «περίεργο» αλλά δεν του βρίσκω κάποια εμφανή ιδιοτροπία κι ούτε μου έχει δείξει πως απαιτεί κάτι από εμένα, παρά μόνο τη προσοχή μου, την ολοκληρωτική προσοχή μου. Δεν βιάζεται ούτε σκοπεύει σε κάτι συγκεκριμένο, γι αυτό είμαι σίγουρος πια. Όμως από την άλλη είναι –μερικές φορές- επίμονος. Επιμένει σε μια ερώτηση που μπορεί να την επαναλάβει πολλές φορές χωρίς να αρκεστεί στην –ίσως κατ’ άλλους- πειστική απάντηση που –πιθανόν- του έχω δώσει.
Τελευταία φορά τα είπαμε προχτές, λίγο μετά τη συνάντησή μου με μια παλιά αγαπημένη φίλη, με την οποία είχα χαθεί και βρέθηκα μετά από χρόνια. Όμως το βράδυ εκείνος, μόλις ήρθε, πριν προλάβει καν να κοιτάξει τριγύρω του, πριν προλάβω ακόμα κι εγώ να συνειδητοποιήσω τη παρουσία του, αμέσως με ρώτησε: «Γιατί της είπες πως σου έλειψε?».
Μεσολάβησε μια μικρή σιωπή ανάμεσά μας. Μια σιωπή μικρού χρόνου που ειλικρινά χρειάστηκα, ώστε να μπορέσω να συνδέσω την ξαφνική του ερώτηση –που όμως ομολογώ πως δεν με εξέπληξε- με την φίλη μου και την συνομιλία που είχα μαζί της. Αναρωτήθηκα, εκείνη τη στιγμή κι εγώ ξανά, εάν όντως μου έλειψε η φίλη μου όλο αυτόν τον καιρό. Μέχρι να με ρωτήσει πίστευα πως εννοούσα αυτό που της είπα. Μάλλον, θα ήμουν πιο ακριβής εάν έλεγα πως, την στιγμή που της το είπα το πίστευα ακράδαντα. Το ένιωθα πραγματικά.
Αναλογιζόμενος όμως τη ζωή μου, από τότε που χάθηκα με τη φίλη μου μέχρι σήμερα, είμαι βέβαια σίγουρος πως κάποιες -λίγες- στιγμές πέρασε από το μυαλό μου, αλλά αυτές δεν στάθηκαν ικανές να με κάνουν να την αναζητήσω ή να σταματήσω οτιδήποτε έκανα το μεσοδιάστημα αυτό. Σκέφτηκα λοιπόν εάν πράγματι η φίλη μου μού έλειψε. Δε μπορούσα να βρω κάτι περισσότερο πειστικό να απαντήσω από αυτό: «Ένιωσα πως χάρηκα που ξαναβρεθήκαμε».
Εκείνος όμως, επανέλαβε την ερώτηση, μάλιστα χρησιμοποιώντας ελάχιστα ειρωνικό τόνο, θέλοντας ίσως να με κάνει να αισθανθώ πως δεν ήθελα ή απέφευγα να απαντήσω στην ερώτησή του αληθινά: «Ναι, αλλά γιατί της είπες πως σου έλειψε?». Πραγματικά σκέφτηκα αρκετή ώρα, μέσα σε μια αμήχανη σιωπή που κυριάρχησε -πάλι- μεταξύ μας, αλλά δεν μπόρεσα να βρω ένα λόγο ικανό για να αντιπαραβάλλω, αρκούμενος σ’ ένα απελπιστικά τραγικό: «Δεν ξέρω».
Είδα ή μάλλον ένιωσα την αμφισβήτησή του για το πρόσωπό μου και ένιωσα ή μάλλον κατάλαβα πως, όχι μόνο δεν κατάφερα να ικανοποιήσω την ερώτησή του αλλά, κοιτώντας με μέ βλέμμα δύσπιστο, ετοιμάστηκε να ξαναρωτήσει κάτι, μάλλον με ακόμα περισσότερη ειρωνία -διόλου όμως προσβλητική- ώστε –πιθανολογώ- να εκμαιεύσει την αλήθεια που –ίσως- έκρυβα από εκείνον: «Δεν ξέρεις? Είσαι σίγουρος?».
Όχι, δεν ήμουν σίγουρος… Mάλλον ήμουν σίγουρος πως ήξερα αλλά δεν ήθελα να το κατανοήσω, ούτε καν να το σκεφτώ. Όμως δεν είχα άλλη επιλογή από το να το κάνω, να υποπέσω δηλαδή σε μια αμφισβήτηση των αιτίων που με οδήγησαν στο να εκφραστώ έτσι στη φίλη μου. «Θα μπορούσα να πω πως η συγκινησιακή φόρτιση της στιγμής με οδήγησε να πω κάτι εξίσου συγκινησιακό που δεν ήταν ψέμα αλλά αφορούσε κάποιες στιγμές που μου είχαν περάσει από το μυαλό», αντέτεινα με κάποια αμφιβολία, ελπίζοντας πως θα περνάγαμε επιτέλους στην επόμενη ερώτηση.
«Υπήρξε συγκινησιακή φόρτιση?», με ρώτησε μάλλον έκπληκτος αλλά νομίζω πως εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα απόλυτα σίγουρος για αυτό που θα απαντούσα: «Βέβαια! Ξέρεις πως είναι να βρίσκονται δυο άνθρωποι μετά από χρόνια και να κάθονται να μιλούν για τα παλιά? Για τις αναμνήσεις που τους δένουν, για τα όσα συνέβησαν τότε, για τους κοινούς φίλους κι άλλα ακόμα.»
Με κοίταξε με δύσπιστο βλέμμα αφήνοντας μιαν ακόμα σιωπή ανάμεσά μας, αυτή τη φορά μεγαλύτερη από τις προηγούμενες. Θέλησα να τη διακόψω πρώτος λέγοντας: «Γιατί σου φαίνεται παράξενο?». Πάλι απέμεινε σιωπηλός. Με κοίταζε όμως βαθιά στα μάτια κι ένιωθα -ακόμα μια φορά- το βλέμμα του να προσπαθεί να διαβάσει τα μάτια μου: «Δεν μου φαίνεται παράξενο αν εσένα σου φαίνεται λογικό», είπε και συνέχισε –όπως το φοβόμουν- ρωτώντας: «εσένα σου φαίνεται λογικό?».
Η καταραμένη σιωπή απλώθηκε ξανά μεταξύ μας, κάτι σαν σκοτεινή θάλασσα, απλανή και ακίνητη αλλά, το δίχως άλλο, αεικίνητη, σαν τη στιγμή που κανένας άνεμος δεν φυσά. Τόλμησα να εκφέρω, μάλλον άτσαλα: «Όχι, δεν μου φαίνεται λογικό να λέω σε κάποιον ότι μου έλειψε, ενώ στη πραγματικότητα να θέλω να του πω πως τον σκέφτηκα κάποιες στιγμές με νοσταλγία, όμως εκείνη τη στιγμή έτσι εκφράστηκα και δεν μπορώ να το αλλάξω».
Με κοίταξε με ύφος μάλλον υποτιμητικό: «Μήπως, θέλοντας να αποδείξεις πως έχεις αισθήματα –και δεν τρέφω καμία αμφιβολία για αυτό- υπερέβαλλες τονίζοντας συγκεκριμένες στιγμές και αγνοώντας όλες τις υπόλοιπες? Πιστεύεις πως οι σχέσεις με ανθρώπους που τους θεωρούμε αξιόλογους, γίνονται πιο όμορφες όταν χρησιμοποιούμε εκφράσεις υπερβολής ομορφαίνοντας –χωρίς αληθινό λόγο- το πραγματικό συναίσθημα? Και μήπως ο πραγματικός λόγος είναι ο ζήλος της υπερβολής? Ο εγωισμός να δείξουμε πως πράγματι νιώθουμε?».
Δεν θέλησα να απαντήσω. Ίσως επειδή η ερώτησή του ήταν ρητορική και απλά έπαιζε μαζί μου. Γνώριζε πολύ καλά τις απόψεις μου και αυτό που έκανε ήταν απλά να μου τις υπενθυμίζει. Άφησα πάλι να έρθει η σιωπή ανάμεσά μας και κοίταξα τριγύρω μου αργά και προσεκτικά. Έψαχνα να βρω στο δωμάτιο κάποια λεπτομέρεια να απορροφηθώ, κάτι που να μην έχω προσέξει, μα όσο προσεκτικά και να κοιτούσα δε μπορούσα να βρω τίποτα που να μου αποσπάσει τη προσοχή. Εκείνη την ώρα συλλογίστηκα πόσες φορές έχω φωνάξει «Σ’ ΑΓΑΠΩ», πόσες φορές έχω ορκιστεί «ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ», πόσες φορές έχω ψιθυρίσει «ΜΟΝΟ ΕΣΕΝΑ»… εκείνη την ώρα προσπάθησα -χωρίς επιτυχία- να μετρήσω πόσους ανθρώπους πλήγωσα…
Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσος χρόνος πέρασε όταν γύρισα να τον κοιτάξω ξανά, αλλά ανακάλυψα –χωρίς να είμαι σίγουρος αν αισθάνθηκα έκπληξη- πως η φιγούρα του έλειπε από το χώρο. Είχε αποχωρήσει…





05-01-2007 @ 13:22
Όλοι το κάνουμε αυτό.. Να υπερβάλλουμε τη στιγμή.. Από την άλλη, η ίδια η ‘στιγμή’ συχνά είναι από μόνη της τόσο.. ‘ογκώδης’, που τελικά δεν μπορεί παρά να εννοούμε (με πάθος και χωρίς καθόλου φόβο) κάθε λέξη την ώρα που τη λέμε…
(Δυστυχώς, δεν μπορώ να διακρίνω καθαρά το μπουκάλι στα πόδια σου, Γαργαληστή… Τι πίνεις..;
05-01-2007 @ 13:28
Το διάβασα δύο φορές για να βεβαιωθω οτι καταλαβα καλά.Κοιτάζω το ταβάνι με τα χέρια να καλύπτουν το προσωπό μου κι αναλογίζομαι όσα διάβασα πριν λίγο.Μακάρι να είχαμε όλοι ενα τέτοιο φίλο να μας ξυπνάει και να μας ταρακουναει.Μακάρι να ερχόταν πιο συχνα…
05-01-2007 @ 13:36
Μάλιστα.
Καθρέφτης λοιπόν.
05-01-2007 @ 13:40
Πριν δυο τρεις μέρες συναντήθηκα με κάποιον που μου είχε πει ακριβώς αυτό το πράγμα “μου λείπεις”. Και στο τέλος φτάσαμε στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα, οτι του ήρθε φλασιά η φάτσα μου και κάποιες κοινές μας αναμνήσεις δυο τρεις φορές -κι αυτό ήταν όλο- αλλά “έτσι επέλεξε να το εκφράσει τη συγκεκριμένη στιγμή”. Δικαίωμά του. Βέβαια το θέμα είναι ποιος μαζεύει τα κομμάτια του αποδέκτη. Τα δικά μου τα άφησα στο πάτωμα. Διαβάζοντας όμως τούτο δω, μου φαίνεται οτι πρέπει ν’ αρχίσω να τα μαζεύω.
Brilliant. You totally get my attention.
05-01-2007 @ 15:17
Νομίζω οτι πέφτεις σε λάθος προσπαθώντας να μετρήσεις την διάρκεια της στιγμής. Άσε που ζούμε στα παραμύθια μας ρε μάγκα -κι εκεί, κάθε γυναίκα είναι για μια στιγμή Η ΓΥΝΑΙΚΑ. Και την επόμενη στιγμή δεν υπάρχει, όσο σημαντική και να είναι -αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να πουλήσεις το παραμύθι ρε.
05-01-2007 @ 15:18
Το πουλήσεις έχει ειαγωγικά ” “, άσχετα που δεν φάνηκαν από πάνω.
05-01-2007 @ 16:39
σε παρόμοιους προβληματισμούς μιας και η υπερβολή με χαρακτηρίζει
ευτυχώς που υπάρχουν αυτές οι “κόκκινογραμμένες” φωνούλες να μας τα χώνουν
06-01-2007 @ 01:44
…Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
‘Ολοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί ή δική σας ΜΟΝΟ για γλύψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
και σύρματα
Στο λαιμό σας…
Στα χέρια σας…
Οι φίλοι μου….
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα…
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα…
06-01-2007 @ 12:28
Δε νομίζω πως είναι τόσο εύκολα εξηγήσιμο. Δεν βλέπω κανέναν εγωϊσμό στην όποια υπερβολή του συναισθήματος, ή στην ωραιοποίησή του. Εκτός κι αν υποθέσουμε ότι μέσω του άλλου, μιλάμε στον εαυτό μας πείθοντάς τον ότι νιώθει -ακόμα-, άρα υπάρχει ως άνθρωπος που πάλλεται εντός του.
Δεν είναι λοιπόν μια προσποάθεια να φανούμε αρεστοί στον άλλον, “καλοί”, να τον κολακέψουμε κλπ. Για πάρτη μας το κάνουμε.
Κι ίσως, στην περίπτωση που αναφέρεις, το δικό σου “μου έλλειψες”, να μην αναφέρεται στην συγκεκριμένη κοπέλλα, αλλά στην εποχή που η παρουσία της σε παραπέμπει. Σε μια άλλη ηλικία, σε περασμένες, πιο ανέμελες -ίσως- στιγμές, σε ό,τι χάθηκε ανεπιστρεπτί πιθανόν.
‘Ετσι κι αλλιώς, πάντα κάτι μας λείπει. Αν το λέμε και σε κάποιον, είναι για να το παραδεχόμαστε.
08-01-2007 @ 18:19
Γιατί ενοχοποιούμε τόσο επίμονα την υπερβολή άραγε;
Μήπως γιατί το κοινωνικό προφίλ που γουστάρουμε να κουβαλήσουμε (έχοντας αναγκάσει ασυναίσθητα τον εαυτό μας σε νηστεία) μας έπέφτει στενό στα μανίκια;
Συνεπώς όταν σηκώνουμε το χέρι, εκείνο κόβεται απο το στενό μανίκι.
Μήπως είναι η φοβία να μη γίνουμε εκείνη η χοντρή θείτσα των παιδικών μας χρόνων που μας τσιμπούσε το μάγουλο; (που κάποια στιγμή την κλωστήσαμε στο καλάμι)
Το παραμύθι δεν είναι πάντα κακό. Σκέψου λίγο τον μικρό πρίγκηπα.
Δεν λέω να …”ζούμε το μύθο μας”. Πλήν αλλ’ όμως μια δόση υπερβολής κάνει μερικά πράγματα διασκεδαστικότερα!
Εξάλλου αν μετα το “για πάντα” έρθει καταπάνω μας το φορτηγό η πραγματικότητα έφερε την κυριολεξία.