Κάθομαι στη δικιά σου καρέκλα, άβολη για μένα,
τόσα χρόνια έχει πάρει το σχήμα σου,
γι’ αυτό άλλωστε και τόσο ελκυστική.
Πατάω τα δικά σου σκληρά πλήκτρα
και νιώθω να ζεις μοναχικές στιγμές,
όταν ταξιδεύεις στον ωκεανό των δικών σου λέξεων.
Σαν πρώτες τελειώνουν μόνο όσες στιγμές αρχίζουν σαν τελευταίες.

Ο ποιητής είναι σαν το διάβολο. Εσκεμμένα απομακρυσμένος, κλεισμένος στην δικιά του κόλαση, πασχίζει να επιστρέψει μεταμφιεσμένος, διψασμένος για ψυχές. Ανθρώπινες ψυχές. Ζει την υπέρτατη ηδονή του ξελογιάσματος χωρίς αντίκρισμα, χωρίς κέρδος. Ανάγκη του απόλυτη η αρπαγή, μόνο του όπλο η ηθική, σφαίρες του οι χιλιάδες επιθυμίες.

Ξέρεις,
το δικό σου χειροποίητο πράσινο δεν μοιάζει με κανένα άλλο.
Απλώνεται παντού, σαν να ξεχειλίζει,
αγκαλιάζοντας, σχεδόν πνίγοντας,
όσες αντίθετες κόκκινες επιφάνειες έχεις δημιουργήσει.
Είναι ο χώρος τόσο σημαντικός όσο αυτός που τον δημιουργεί.
Δεν πρόλαβα να γεμίσω με λέξεις τα κενά, μα έμαθα τον τρόπο.

Ο ποιητής δεν σκέφτεται ποτέ τον εαυτό του, σκέφτεται μόνο πως τον σκέφτονται οι άλλοι. Μοιάζει με υπομονετικό γεράκι που κάνει κύκλους. Ψάχνει τον μοναχικό, τον ανέμελο λαγό που τεμπελιάζει μαζεύοντας ήλιο στο λιβάδι. Δεν βιάζεται ποτέ. Χτίζει όσο πιο απόλυτα μπορεί την εικόνα στο μυαλό του, την ερωτεύεται, ζει τη στιγμή μ’ αυτήν. Έχει ήδη σκεφτεί το τέλος πριν καν πραγματοποιήσει την αρχή. Κάποτε βουτάει.

Μια σου ανάσα κόλλησε στα μάτια μου,
δεν πρόλαβες να τη δεις.
Χρειάστηκε να μείνω για λίγο σιωπηλός και ατάραχος,
κλεισμένος στο μικρό μου χρονικό διάστημα,
στριμώχνοντας πολλές σου σκέψεις.
Ήθελα να βεβαιωθώ πως θα μπορούσα να σ’ αγγίξω.
Δεν μου δόθηκες, αν κι αυτό προσπάθησες να πιστέψεις.
Σε πήρα.

Ο ποιητής ζει μόνο για μια στιγμή, για τη στιγμή του ξελογιάσματος. Ηδονίζεται με το κακό που προκαλεί, λατρεύει το χρόνο της ενοχής. Όχι της δικιάς του. Του άλλου. Δεν θα σταματήσει ποτέ μέχρι να δει την απόλυτη παράδοση γονατισμένη ανάμεσα στα πόδια του. Μόνο τότε θα γυρίσει το κεφάλι του επιδεικτικά, αφήνοντας να σέρνονται τα συναισθήματα σκόρπια, όσο εκείνος ορίζει το νόημά τους.

Μετά ήρθε η οργή,
σαν έπαψε το άγγιγμα να είναι επιλογή.
Μόνο ένα κομμάτι σου αχνοφαίνεται,
όταν αλλάζεις τα πολύχρωμα ρούχα με διαστήματα ντροπής,
όταν συνυπάρχεις μόνη, ανάμεσα σε όλους.
Δεν λυπάμαι. Οργίζομαι. Τόσο που,
να σ’ αποζητώ σε κάθε ονειρικό σου εφιάλτη.

Ο ποιητής δεν είναι, παρά ο νεκρός…

Tags: § §

6 Comments

Go to Comment Form »
  1.   atg said:

    11-08-2007 @ 22:04

    [-]

    min analueis pote de tha peseis mesa …to ksereis

  2.   weirdo said:

    13-08-2007 @ 23:58

    [-]

    αρχή και τέλος
    (πώς μπορείς και τα ξεχωρίζεις..;;)

  3.   ..::DeUCeD::.. said:

    14-08-2007 @ 08:30

    [-]

    (άραγε μπορώ?)

  4.   hot, hot, hot... very LoL said:

    16-08-2007 @ 11:38

  5.   BLISS said:

    31-08-2007 @ 12:27

    [+]

    @atg δεν υπαρχει καποιος κανονας αν δν μπαιναμε αλλωστε και σε τετοιο τριπακι δεν θα υπηρχε νοημα να διαβαζαμ... ...

  6.   μαύρη γάτα said:

    01-10-2007 @ 04:43

    [-]

    οι ποιητές δεν πεθαίνουν


Post a Comment

Are you a SPAMMER?   YES     NO   (required)