Posted at 03-12-2006 @ 21:35 by ..::DeUCeD::.. in Damned
Χαράματα.
Αποφασίζω να πάω ξανά μια βόλτα στη θάλασσα. Κλεισμένος στο σπίτι εδώ και δεκαπέντε βράδια νιώθω το μυαλό μου στυμμένο απ’ όλες μου τις σκέψεις, έτοιμο να χάσκει ξανά στην αιώνια θνητή παραλυσία του. Έλιωσα στα χείλια μου το τελευταίο δείγμα του καυτού περιστασιακού μονόφυλλου, αλείφοντας με ζέστη τα πνευμόνια μου και σκορπώντας χαλάρωση στον εγκέφαλό μου, κατεβάζοντας λίγο μετά, μια απαραίτητη γουλιά παγωμένης Guinness.
Ooooooooooh
STOP
Σηκώνομαι.
Διαλέγω το πολυκαιρισμένο, τριμμένο μου μαύρο μπουφάν, εκείνο με τα παράσημα από τις παρελθούσες εφηβικές μάχες. Αντιστοιχώ με ακρίβεια στη περίμετρο του κεφαλιού το μαύρο μου κράνος, νιώθοντας έτοιμος για τη σημερινή μου περιπολία στην ασφάλτινη γκρίζα θάλασσα προς αναζήτηση μιας ακόμα –αμετανόητης και- γαλάζιας. Φοράω τα ίδια μακριά και φθαρμένα μαύρα γάντια, εκείνα που εκείνη –κάποτε- συνήθιζε να τα μυρίζει επιδεικτικά μπροστά μου, φωνάζοντάς μου ακατανόητες προστυχιές σε δημόσιους χώρους, αφήνοντάς με συχνά να τη θωπεύω φετιχιστικά μ’ αυτά, το ίδιο ακατανόητα πρόστυχα, στα προσωπικά μας ταξίδια.
With your feet in the air and your head on the ground
Try this trick and spin it, yeah
Κατεβαίνω.
Ξεσκεπάζω το μηχανικό μου είδωλο και καβαλώ με τρόπο –διαφορετικό μα ίδιο κάθε φορά- τη φιλόξενη –πάντα- σέλα. Κοιτάζω μια πρώτη φορά τα ασημί ρολόγια, θαυμάζοντας –για πολλοστή φορά- τα ευλαβικά αναλογικά όργανα μέτρησης που, θυσιάζοντας την ακρίβεια, σε γεμίζουν ενθουσιασμό κι εφηβική αδρεναλίνη. Ρίχνω και μια ματιά τριγύρω για να βεβαιωθώ πως κανείς δεν θα διακόψει την ιεροτελεστία μου, ενώ νιώθω τον μόνιμα παγερό πρωινό αέρα να μου χαρίζει ρίγη στη σπονδυλική μου στήλη. Αρπάζω τα δερμάτινα γκριπ και μένω ακίνητος για μια στιγμή μόνο, καρφώνοντας το βλέμμα μου σ’ εκείνο το σκωπτικό κενό που με κάνει ν’ αναρωτιέμαι πάντα το Γ Ι Α Τ Ι.
Your head will collapse
But there’s nothing in it
And you’ll ask yourself
Αποφασίζω.
Με τον δεξί μου αντίχειρα αλλάζω θέση στο δυνατό κόκκινο κουμπάκι νιώθοντας το μικρό του κλικ. Με το αριστερό μου χέρι τραβάω το χειροκίνητο μαύρο τσοκ, περίπου στα τρία τέταρτα της διαδρομής, ακριβώς στο σημείο που χρόνια τώρα βρίσκω με κλειστά μάτια. Πατάω το -σχεδόν αστείο- πλαστικό μαύρο μπουτόν της μίζας, υποβοηθώντας τον στρόφαλο να γυρίσει μόλις μιαμιση φορά ηλεκτρικά, ξεσκεπάζοντας την ανάγκη του κινητήρα να ρουφήξει φρέσκο αέρα και βενζίνη, αρχίζοντας γρήγορα -και πραγματικά ρυθμικά- τις καύσεις του σε τέσσερις αδιόρατους χρόνους, δίνοντάς σου το χρόνο να νιώσεις το πρώτο τρέμουλο στο κορμί σου και την πρώτη ονείρωξη στο μυαλό σου.
Where is my mind
Where is my mind
Where is my mind
Περιμένω.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πρέπει να περιμένω. Χρόνια τώρα. Πρέπει ν’ αφήσω αυτή τη γαμημένη μηχανική ζωή ήσυχη για μόλις ένα λεπτό και κάτι. Δεν πρέπει να βιαστώ, πρέπει να της δώσω χρόνο. Χρόνο να θυμηθεί που βρίσκεται, ποιος είμαι, ποια είναι. Χρόνο να νιώσει ανάγκη βιώματος, να ανεβάσει θερμοκρασία στο δικό της εγκεφαλικό καζάνι, να βράσει το μέταλλο κάτω από τα πόδια σου, φτύνοντας ασύμμετρες υγροποιημένες ωδές καυσίμου μέχρι να επέλθει η καθαρή –ξανά- λειτουργία, όπως διώχνει με κάτουρα ο αλκοολικός τις προηγούμενες δόσεις του για να συνεχίσει σε λίγο το οδοιπορικό τού ηδονιστικά εθελοντικού του μαρτυρίου.
Way out in the water
See it swimmin’
Ετοιμάζομαι.
Κλείνω το τσοκ με το αριστερό χέρι ενώ με το δεξί επιδιώκω μικρά ανοιγοκλεισίματα του γκαζιού, χαζεύοντας τα όργανα που δείχνουν πια σταθερότητα στη –μόλις πριν λίγο νεκρή- μηχανική μου λατρεία. Κάθομαι άνετα και αναπαυτικά στη σέλα αναλογιζόμενος πως –όλο και πιο- συχνά μου λείπει η ζεστασιά που ανέδιδε ο –στενός και- υγρός κόλπος τής –πάλαι ποτέ- αγαπημένης μου πόρνης, που –τώρα πια- θρονιάζεται σε ψεύτικο υπερπολυτελή καναπέ ενός κλειστού και πανάκριβου άψυχου κουτιού. Γνωρίζω όμως καλά πως, σαν κλείνει τα μάτια, αναπολεί πάντα τη στιγμή που ξεκούραζα το χέρι μου πάνω στον ερωτικό της μηρό, ψιθυρίζοντάς μου σε κάθε γαμημένο φανάρι -πάντα με άρρωστο πόθο- «πράσινο» μέσα στη φιδίσια διαδρομή του ακουστικού μου λαβύρινθου. Μελαγχολώ. Αλλά είναι στιγμιαία υποφερτό.
I was swimmin’ in the Carribean
Animals were hiding behind the rocks
Επιλέγω.
Βάζω την αριστερή μου μπότα πάνω στο μαρσπιέ και κουμπώνω τη πρώτη με τον πιο άσχημο μεταλλικό θόρυβο που θα μπορούσα ποτέ να σκεφτώ πως υπάρχει, κρατώντας ήδη με πάθος τον συμπλέκτη ανυπόμονα κλειστό. Αρπάζομαι στιγμιαία από τα γκριπ, διώχνοντας τους αναπολούμενους εφιάλτες μου και τραβάω –πια- μερικές κούφιες για ν’ ακούσω το ρούφηγμα του αέρα από τις εισαγωγές και να νιώσω σαν το μοναχικό λιοντάρι που βρυχάται υπέροχα, μοναδικά και μοναχικά ελεύθερο, στέλνοντας στο διάολο τα υπόλοιπα αστικά ζώα που θα βρεθούν μπροστά του σήμερα και για όλη την υπόλοιπη αιωνιότητα.
Except the little fish
But they told me, he swears
Tryin’ to talk to me to me to me
Ξεκινώ.
Αφήνω μελωδικά τα διακόσα-τόσα κιλά της υπέροχα μυώδους και ξεδιάντροπα γυμνής μου μπαλαρίνας να ξεχυθούν στην άσφαλτο και φτάνω στο πρώτο φανάρι μαζί με τα υπόλοιπα ζώα της μητροπολιτικής ζούγκλας. Εδώ στο δρόμο, το βράδυ, δεν υπάρχει νόμος. Τον νόμο τον φτιάχνεις εσύ. Και ξεκινάς δείχνοντας πως, ΕΣΥ, είσαι αυτός που φτιάχνεις τους νόμους. Αυτό είναι αρκετό βλέποντας τους μικρούς να απορούν για το τετρακύλινδρο κτήνος και τους μεγάλους να σε κοιτάζουν με παιδικό θαυμασμό. Μόνο που –πια- σ’ αφήνουν αδιάφορο οι εκφράσεις τους. Τόσο προβλέψιμοι, τόσο μακρινοί. Τόσο αδιάφοροι…
Where is my mind
Where is my mind
Where is my mind
Αναπνέω.
Σβέλτα, χωρίς τη μαλακία να τα δώσω όλα στην αρχή. Αφήνω τις γκομενίτσες να ετοιμασθούν για την πρώτη τους ματωμένη νύχτα και τους δανδήδες συντρόφους τους να κάνουν το κομμάτι τους για να νιώσουν -για μια στιγμή μόνο- άντρες. Εγώ δεν είμαι πια εδώ να αποδείξω τίποτα. Είμαι μόνο Ο ΚΥΝΗΓΟΣ. Κι ο κυνηγός απλά περιμένει. Αφήνει τα πάντα να περάσουν απροσδιόριστα μπροστά του, χαζεύοντας, μπουρδολογώντας και περιμένοντας. Όμως ΑΠΟΛΥΤΑ συγκεντρωμένος. Περιμένοντας μόνο μια στιγμή, που συνήθως έρχεται όλο και πιο σπάνια τα τελευταία χρόνια. Τώρα πια γνωρίζω τι περιμένω. Περιμένω αυτό για το οποίο αξίζει να πεθάνω, αυτό για το οποίο αξίζει να ζήσω, αυτό για το οποίο μια νεκρή του στιγμή θα μου δώσει ακόμα δεκαπέντε μέρες ζωή. Περιμένω. Όσο με πάρει. Άλλωστε, ο κυνηγός δεν κυνηγά πια για τους άλλους. Κυνηγά για πάρτη του. Για την αρρωστημένη του ανάγκη και μόνο γι αυτή.
Way out in the water
See it swimmin’ ?
Θυμώνω.
Νιώθω, παρά βλέπω, τον ηλίθιο με τους προβολείς ομίχλης ανοιχτούς, να σέρνεται δήθεν ανυπόμονα πίσω μου, μαντρωμένος στο δικό του κουτί. Ναι, αυτόν θα μπορούσα να τον σκοτώσω με μόνο λόγο την κούραση που προκαλούν οι μαλακίες του στα σκαμμένα μου μάτια. Ξέρω όμως πως δεν θα περάσει πολύς καιρός που θα βγάλουν οι πυροσβέστες τη τσαλακωμένη του περηφάνια μέσα απ τα κομμένα –και μέχρι πρότινος γυαλιστερά- παλιοσίδερα ενώ η μικροαστική του οικογένεια θα ψάχνει αιμοδότες για το –κατά τα άλλα- αθώο βλαστάρι τους. Μα εγώ ακαριαία απομακρύνομαι με μια μόνο γκαζιά κι αναρωτιέμαι αν η πλάτη μου έχει ακόμα μικρά σημάδια από κείνη, από τις σκληρές της θηλές, από τότε που η αδρεναλίνη φόρτιζε το κορμί μας, ισορροπώντας επικίνδυνα τον έρωτά μας στον πίσω τροχό, κοιτάζοντας με περηφάνια τ’ αστέρια.
With your feet in the air and your head on the ground
Try this trick and spin it, yeah
Παρατηρώ.
Κόβω λίγο δεξιά, αφήνοντας χώρο διαφυγής, πίσω από τον επιχειρηματία μπαστουνόβλαχο εξ’ αθήνας, που ο μικρός του πούτσος τον ανάγκασε να βάλει μπλε φώτα από νέον κάτω από την ακριβή του μπέμπα, ιδιοκτησίας ακόμα -και για δεκαπέντε ακόμα χρόνια- της τράπεζας, που του απομυζά τις δόσεις, με μόνο σκοπό να πηδήξει την περιρρέουσα διπλανή του πατσαβούρα, που, πίσω από την έντονα βαμμένη ψεύτικη μάσκα ελευθερίας και ομορφιάς, ψάχνει την ασφάλεια της οικογένειας, ελπίζοντας κάποτε να τη ζηλέψουν οι άσπονδες φίλες της για την τύχη που την βρήκε, μιας κι είναι σίγουρο πως θα καταλήξει στα ινστιτούτα αδυνατίσματος κι αυτή αλλά και τα κωλόπαιδα που –κατά πάσα πιθανότητα- θα φέρει επιδεικτικά στον αγγελικά πλασμένο της κόσμο. Κι εγώ προσπερνώ, νιώθοντας στη πρώτη κλειστή, ΑΚΟΜΑ, τα νύχια της να μπήγονται στα πλευρά μου, κάνοντάς με να κατεβάζω απότομα και μελαγχολικά μία κάτω, φρενάροντας ύπουλα τον ανήσυχο κινητήρα, υπακούοντας στις αντοχές της.
Your head will collapse
If there’s nothing in it
And you’ll ask yourself
Τίποτα.
Η στιγμή δεν ήρθε ούτε σήμερα. Έπαψαν πια να έρχονται οι στιγμές. Έπαψαν πια να εμφανίζονται μόνες τους, απροστάτευτες, μ’ ένα σακίδιο απ’ το Βορρά, ψάχνοντας τον έρωτα και τη περιπέτεια. Έπαψαν να ρισκάρουν το σήμερα για το τώρα προτιμώντας την ασφάλεια του μελλοντικού τους ίσως. Έπαψαν ν’ αναπνέουν βενζίνη και μπάφους και ξέμειναν στο πλαστικό κρακ και την αποστειρωμένη μιζέρια της mainstream διασκέδασης. Έπαψαν ακόμα και να νιώθουν τον ίδιο τους τον εαυτό που αναζητά ακόμα αυτές τις στιγμές της προσωρινής, εφήμερης και μικρής απόλαυσης. Κι έτσι, δεν μένει τίποτα άλλο παρά να φτάσω γρήγορα, πιο γρήγορα από χτες. Απέμεινε μόνο ο χτεσινός μου εαυτός να ξεπεράσω σ’ ένα παιχνίδι που έχει τον ίδιο κερδισμένο μα –πως αλλιώς- και τον ίδιο χαμένο.
Where is my mind
Where is my mind
Where is my mind
Φτάνω.
Στο γνωστό ερημικό μου παραλιακό λιμανάκι. Ένα λιμανάκι που δεν έχει βάρκες. Είναι όμως μια κλειστή αγκαλιά με βράχια. Παρκάρω κοντά τη μηχανή κι αφήνω στον καθρέφτη της το κράνος. Βρίσκω ένα βράχο φιλικό και ψηλό και κάθομαι ή μέχρι να ξημερώσει, ή μέχρι να κρυώσω ή μέχρι να φοβηθώ. Κοιτάζω απέναντι κι αγναντεύω. Ακούω τα κύματα να σκάνε κάπου από κάτω ανάβοντας ένα ακόμα τσιγάρο. Ρουφάω το καπνό βαθιά, ελπίζοντας να ζεστάνει κάτι ακόμα περισσότερο απ’ το πνευμόνια μου. Και περιμένω. Σε λίγο αρχίζει η ταινία.
Ooooooooooh
With your feet in the air and your head on the ground
Ooooooooooh
Νιώθω.
Μικρού μήκους είναι, κάτι σε ντοκιμαντέρ. Πλάνα ακίνητα ή κινούμενα και συρραμμένες εικόνες πολλοστής βλακείας, αχαλιναγώγητης αναπόλησης κι ευτραφούς εγωκεντρικού ναρκισσισμού. Κι εγώ, ο ίδιος, μόνος και απαράλλαχτος θεατής και συνεχής παρηκμασμένος βουβός πρωταγωνιστής στο επαναλαμβανόμενα χιλιοπαιγμένο έργο, περιμένω τον σκηνοθέτη του να αποφασίσει να σκοτώσει –κάποτε- τον πρωταγωνιστή, ακριβώς πάνω σ’ αυτά τα βράχια, ανάμεσα στην αρμύρα, τα χιλιάδες αποτσίγαρα, τον αέρα και τα σκουριασμένα μέταλλα…
Try this trick and spin it, yeah
Ooooooooooh
Ooooooooooh
Τέλος.
Κι ότι άρχισα να κρυώνω. Θα φύγω –πάλι- πριν πέσουν οι τίτλοι. Επιμένω να πιστεύω πως μπορώ να ξαναδώ το έργο και τους τίτλους την επόμενη ίσως φορά, ακόμα μια φορά. Άλλωστε το τέλος το ξέρω από πριν. Μόνο να το δω μου μένει. Ή μάλλον να το παίξω. Χωρίς πρόβα, έτσι, αυθόρμητα. Μα όχι σήμερα. Μου μένει όμως ν’ αναρωτιέμαι αν πράγματι φεύγω επειδή κρυώνω ή επειδή τρομάζω…



04-12-2006 @ 14:49
Ποίημα το σημερινό σου αδερφέ -αλλά (έχω να παρατηρήσω), όχι και άσχημος μεταλικός θόρυβος το κούμπωμα της πρώτης στη Zephyr. Τι να πούμε κι εμείς με τις Yamaha δηλαδή;
04-12-2006 @ 15:20
Είσαι σπουδαίος.
Γδάρσιμο και φιλί μαζί.
Νυχιές και χάδια.
Ζωή πάει να πει.
Και Γυναίκα και μηχανή και… και…
Τα σεβάσματά μου.
04-12-2006 @ 15:36
Υπερβάλλεις καπετάνισσα αλλά τι θα ταν η ζωή μας χωρίς υπερβολή?
MBoy, ήθελα να γράψω:
“με θόρυβο ίδιο,
σαν οι κατσαρόλες όλες μαζί,
να πέσουν πάνω σε αδειανό ταψί”
αλλά τελευταία στιγμή το άλαξα γιατί θα με λέγαν ποιητή και θα θύμωνα! Ωπς, κι εσύ Βρούτε? Σα δε ντρέπεσαι!
04-12-2006 @ 15:42
Ντρέπομαι αλλά για όλα φταίει ο καργιόλης ο Σαρακάκης που έχει κάνει τις Honda απλησίαστες.
04-12-2006 @ 15:47
Καλά τώρα, μια κουβέντα είπαμε, αλλά όχι να καβαλάμε και πλυντήριο!
04-12-2006 @ 16:00
Φανταστικό σκανάρισμα του δρόμου και καταστάσεων!
Πολύ καλό! Χάρηκα για την γνωριμία
04-12-2006 @ 16:09
thx Sig. 4 riding
04-12-2006 @ 17:27
Α, ρε άθλιε τι να σου κάνω που το είδα μετά που σε λίνκαρα! Αλλά πίσω έχει το μαυροπούλι την ουρά!
04-01-2007 @ 17:32
me taksidepses…thanx