Δεν αγαπώ τους ανθρώπους. Τίποτα δεν σημαίνουν για μένα παρά μόνο εμπόδια που συναντώ ή εργαλεία που χρησιμοποιώ και κάνουν τη ζωή μου πιο εύκολη (ή πιο δύσκολη). Δεν δένομαι ποτέ μαζί τους και δεν το χω ανάγκη.

Όμως υπάρχουν μερικά «πράγματα» που βάζω σε ξεχωριστή θέση. Ίσως επειδή ζω καθημερινά με αυτά για πολλά χρόνια, με χαρακτηρίζουν και με σπρώχνουν –και τα δυο- να φλερτάρω από κοντά το θάνατο. Ίσως γι αυτό να τα λατρεύω και γι αυτό να τα νοιάζομαι πιο πολύ από τους ανθρώπους.

«Ταξιδιώτης είναι εκείνος που δεν ξέρει κατά που πηγαίνει μα αληθινός ταξιδιώτης είναι αυτός που δεν ξέρει από πού έρχεται», έγραφαν τα σακουλάκια του drum κάποτε.

Η μοναδική μου «χιλιάρα». Μια παλιά γυμνή τετρακύλινδρη, με μικρό σέξυ «μπικίνι» χωρίς πολλά πλαστικά. Γερασμένη και βαθιά εκνευριστικά πράσινη, αγέρωχα μηχανική, σύμβολο των αρχών της δεκαετίας του 80 και γιαπωνέζικη, ανακατασκευή από μένα. Αδρές μεταλλικές γραμμές, άνετη φιλόξενη σέλα, μεγάλα «ρολόγια». Μυρίζει υγρά εφηβικά όνειρα ξεχασμένης εποχής κι έχει τη μοναδική ιδιοτροπία της ρέπλικας μαζί με το συμβολισμό του –σχεδόν- μοναδικού. Γδαρσίματα έχει λίγα, ίδια σαν τα μικρά σημάδια από καυγά που χουν οι γερο-ναυτικοί του εμπορικού στο κορμί τους.

Είκοσι χρόνια ζούμε τις νύχτες παρέα. Ακόμα και κόντρα στη βροχή ή στο κρύο. Πολλές φορές, όταν δεν την παίρνω μαζί γιατί έχω «δουλειά» και δε θέλω να «καρφώνομαι», πάντα της αφήνω μια χαδιάρικη ματιά, σαν το σκυλί που άλλοι αφήνουν σπίτι. Κι εκείνη, εκεί με περιμένει πάντα, εύκαιρη όποτε εγώ θελήσω να πιαστώ απ το κορμί της και να νιώσω τα αγιάζι να μου μαστιγώνει -χωρίς οίκτο- τα μάγουλα. Αυτήν ο άνεμος δεν την χτυπά, μόνο την χαϊδεύει ερωτικά κάνοντάς τη να γλιστράει με χάρη το μεταλλικό της κορμί μέσα του.

Άλλες φορές πάλι, άυπνος κι άρρωστος, είναι χαράματα που τη ξυπνώ, ζητώντας της να με πάει βιαστικά να μυρίσω τη θάλασσα, έτσι, για να νιώσω το καθαρό αέρα να μου σκορπάει το μυαλό σε χιλιάδες αδιόρατες μικροσκοπικές στάλες αρμύρας. Τότε κάθομαι σε κάποιο διπλανό βράχο στρίβοντας τσιγάρο, ακούγοντας το χαρακτηριστικό «τσικ τσικ» που κάνουν τα μέταλλά της, όταν σβηστή αρχίζει να κρυώνει.

Δεν θυμάμαι ακριβώς γιατί τη διάλεξα, ίσως επειδή ήταν βαθιά εκνευριστικά πράσινη, ίσως επειδή λάτρεψα τον μπάσο ήχο της αρρωστημένης μα πατσαβούρας kerker ή ίσως επειδή με μάγεψε η ιδέα της ανακατασκευής της που έδειχνε μακρινό όνειρο. Ξέρω όμως πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ηρεμήσω το άναρχο και ανακατεμένο μυαλό μου πια, παρά μόνο οδηγώντας την μοναχός, ΠΑΝΤΑ νύχτα και μέχρι το χάραμα.

«Ο Θεός δημιούργησε τους ανθρώπους κι ο συνταγματάρχης Colt τους έκανε ίσους», λέει μια παλιά αμερικάνικη παροιμία.

Το αγαπημένο μου «εννιάρι». Κατά περίεργη σύμπτωση το πήρα την ίδια χρονιά με τη μηχανή μου. Έχω δοκιμάσει βέβαια και άλλα από τότε αλλά, είκοσι χρόνια τώρα, αυτό μου ταιριάζει. Ακριβέστατη διαχρονική κατασκευή θανάτου, άλλη φιλοσοφία. Παγωμένο μέταλλο που στιγμιαία ξερνάει με ακρίβεια το καυτό σίδερο στα άντερα εκείνου που η ζωή του θα τελειώσει λίγο μετά αφού κλείσω το τηλέφωνο και πάρω το τελικό ΟΚ.

Η ζεστή παλάμη εναρμονίζεται πλήρως με τη φυσική του ξύλινη λαβή, που δένει αρμονικά με το μαύρο μέταλλο της κάνης και του κορμού. Το υπερυψωμένο, υπέροχης αφής, beavertail σταματά, με φυσικό τρόπο, το καμπύλο κομμάτι του δέρματος που ενώνει το δείκτη με τον αντίχειρα, με τρόπο που σε κάνει να είσαι σίγουρος πως –ΚΑΙ- τα 15 ερωτικά -hollow point- μηνύματα των 9mm Luger θα φτάσουν στον προορισμό τους, χωρίς όμως να νιώσεις οίκτο ταλαιπωρώντας το παραλήπτη τους χωρίς λόγο.

Το ακριβο-πλήρωσα, δε λέω, γιατί ήθελα κάτι που να είναι classic. Επειδή μπορεί, σ αυτή τη δουλειά, η ακρίβεια και η ταχύτητα να έχουν το πρώτο λόγο αλλά ιδιαίτερη σημασία έχει και το στυλ. Χωμένο πάντα μέσα στο μπουφάν ποτέ δε με πρόδωσε. Ούτε μια φορά δεν έχει μπλοκάρει. Μα κι εγώ του αφιερώνω –σχεδόν θρησκευτικά- μια ώρα κάθε βδομάδα εδώ και είκοσι χρόνια. Ηδονιστική λατρευτική ιεροτελεστία με συγκεκριμένο τυπικό που ακολουθώ χωρίς την παραμικρή παρέκκλιση. Το γδύνω, το αγγίζω με σεβασμό, καθαρίζω όλα τα κομμάτια ένα προς ένα και το μοντάρω ξανά.

Λατρεύω το «κλικ» του κόκορα την πρώτη φορά που θα τον σηκώσω. Μετά δεν χρειάζεται, είναι αυτόματο. Τα δάχτυλά μου πιέζουν απαλά την σκανδάλη, ακριβώς όσο χρειάζεται για να φύγουν οι Corbon πριν το «τρέμουλο» του σιδερικού, σκορπίζοντας τη λύτρωση στο τέλος της διαδρομής τους. Τόσο απαλά, όπως κι όταν ανοίγω το γκάζι.

«Το αληθινό θάρρος έγκειται στο να ζει κανείς όταν είναι σωστό να ζήσει και να πεθάνει όταν είναι σωστό να πεθάνει», γράφει ο Ναιντόγι Γιουζάν στον Κώδικα του Πολεμιστή του Bucido.

Δεν έχω αποφασίσει ακόμα πότε και πως θα πεθάνω. Όταν πίνω λατρεύω τη σκέψη να καρφωθώ με ταχύτητα σε κάποιο τοίχο με τη μηχανή, νιώθοντας τον κινητήρα από κάτω μου να ουρλιάζει και το μυαλό μου να ναι κολλημένο στα «κόκκινα» καίγοντας τα τελευταία του εφιαλτικά κύτταρα πριν ξεψυχήσω.

Όμως, όταν μελαγχολώ μονάχος, φέρνω με αργές μα αποφασιστικές κινήσεις την παγωμένη κάνη μπροστά στο πρόσωπό μου και την ακουμπώ ανάμεσα στα χείλια μου, νιώθοντας το μεταλλικό ψυχοφθόρο κι εξαγνιστικό σκίρτημα του στιγμιαίου –και πιθανού- θανάτου μου.

Τελικά, αναβάλλω συνέχεια το θάνατό μου. Έτσι γράφω πολλά χιλιόμετρα στο κοντέρ και αλλάζω συχνά μικρά μπλοκάκια με σβησμένα ονόματα…

Tags: § § §

0 Comments

Post a Comment

Are you a SPAMMER?   YES     NO   (required)