Σταμάτησα. Δε βιάζομαι, ούτε προσέχω χριστουγεννιάτικα δέντρα. Συχαίνομαι το πάθος σου για τα Χριστούγεννα. Άκουσε κοριτσάκι, δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και δεν πρόκειται να σου φέρει τίποτα. Του ‘χεις γράψει απο πέρισυ το γράμμα κι εκείνος συνεχίζει να σε γράφει. Θα του γράψεις και φέτος να σου φέρεi μια πλάτη γιατί δε σ’ αρέσει αυτή η μελανιασμένη, αλλά πάλι, με την ίδια μελανιασμένη πλάτη θα τη βγάλεις. Κάποιος περπατάει δίπλα σου κι εσύ μπορείς να του μιλήσεις, όμως, αλήθεια πες μου, μπορείς?

xorisma.jpg

- Θες να δεις τα παρτάλια μου?, έλεγε αυτή η φωνή

Γραπώνοντας με τα δυο χέρια το τραπέζι, γύρισα προς το μέρος της. Όπως ήταν καθισμένη, είχε το να πόδι της ψηλά και τεντωμένο στο πλάι, για ν ανοίξει καλύτερα τη σχισμή, τραβούσε και με τα δυο χέρια της το δέρμα. Έτσι τα “παρτάλια” της Εντουαρντά με κοίταζαν, σφύζοντας από ζωή σαν αηδιαστικό χταπόδι. Τραύλισα σιγανά:

- Γιατί το κάνεις αυτό?
- Βλέπεις? είπε. Είμαι ο ΘΕΟΣ.
- Θα μου στρίψει…
- Οχι, πρέπει να κοιτάξεις. Κοίτα!

Η βραχνή φωνή της έγινε γλυκιά, σχεδόν παιδική, για να μου πει κουρασμένα, με το απέραντο χαμόγελο της εγκατάλειψης: “Καύλωσα!
Είχε κρατήσει όμως την προκλητική της στάση. Με διέταξε:

- Φίλα το!
- Μα…, διαμαρτυρήθηκα εγώ. Μπροστά στους άλλους?
- Φυσικά!

Έτρεμα. Την κοίταζα ασάλευτος. Μου χαμογελούσε τόσο γλυκά που έτρεμα ολόκληρος. Εντέλει, γονάτισα, τρέκλισα, και ακούμπησα τα χείλια μου στην ανοιχτή πληγή. Το γυμνό της μπούτι χάιδεψε τ αυτί μου, μου φάνηκε τότε πως άκουσα εκεί τον σάλο του πελάγου, αυτή την αντάρα που ακούμε όταν βάζουμε στ αυτί μας μεγάλα κοχύλια. Μέσα στον παραλογισμό του μπορντέλου και στη σύγχυση που με περιέζωνε (μου φαίνεται πως ένιωσα να πνίγομαι, ήμουν κόκκινος, είχα γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα), έμεινα αλλόκοτα μετέωρος, λες κι η Εντουαρντά κι εγώ είχαμε χαθεί σε μια ανεμοδαρμένη νύχτα, με τη θάλασσα μπροστά μας.

Άκουσα μιαν άλλη φωνή, που προερχόταν από μια ψηλή κι ωραία γυναίκα, ντυμένη κιμπάρικα:

- Παιδιά μου, είπε η αντρογυναίκα, πρέπει να πάτε επάνω.

Πήρε η υποδιευθύντρια τα λεφτά μου κι εγώ σηκώθηκα κι ακολούθησα τη μαντάμ Εντουαρντά που η γαλήνια γύμνια της διέσχισε την αίθουσα. Το απλό όμως πέρασμα ανάμεσα απ τα τραπέζια που είναι γεμάτα κορίτσια και πελάτες, αυτή η χυδαία τελετουργία της “κυρίας που πάει επάνω” ακολουθούμενη από τον άντρα που θα της κάνει έρωτα, δεν ήταν για μένα τη στιγμή εκείνη παρά η τέλεση μιας εφιαλτικής λειτουργίας: τα τακούνια της μαντάμ Εντουαρντά πάνω στο πλακοστρωμένο δάπεδο, το λίκνισμα αυτού του ψηλόλιγνου σώματος, η ξινή μυρουδιά καυλωμένης γυναίκας την οποία εισπνέω, αυτού του γαλατένιου κορμιού… Η μαντάμ Εντουαρντά βάδιζε μπρος μου… νεφελοβάμων.
Η θορυβώδης αδιαφορία που έδειχνε η αίθουσα στην ευτυχία της, στην ισοζυγισμένη σοβαρότητα των βημάτων της, ήταν στέψη βασιλική κι ανθεστήρια γιορτή, ο ίδιος ο χάρος έπαιρνε μέρος στο γλέντι, με την έννοια πως η γύμνια του μπορντέλου επιζητά το μαχαίρι του χασάπη. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Εξηγούμαι: θα ήταν μάταιο να προσπαθήσει κανείς ν αποδώσει σε πρόθεση ειρωνείας αυτό που λέω για τη μαντάμ Εντουαρντά: πως αυτή ειν ο ΘΕΟΣ. Το ότι ο ΘΕΟΣ είναι μια σπιτωμένη πόρνη και τρελή είναι κάτι που δεν έχει σχέση με τη λογική. Σε τελευταία ανάλυση, είμαι ευτυχισμένος που γελούν με τη θλίψη μου, γιατι μπορεί να με καταλάβει μόνο εκείνος που η καρδιά του είναι αγιάτρευτα πληγωμένη, τόσο πληγωμένη που ποτέ κανείς δε θέλησε να του γιατρέψουν μια τέτοια πληγή... και ποιος είναι ο πληγωμένος που θα δεχόταν "να πεθάνει" από μια πληγή αλλιώτικη απ αυτή?]

Απόσπασμα από την “MADAME EDWARDA”

Georges Bataille, Μτφ: Δημήτρης Δημητριάδης, Εκδόσεις Αγρα

Tags: § §

7 Comments

Go to Comment Form »
  1.   weirdo said:

    04-12-2006 @ 10:23

    [-]

    Δεν πρόκειται να σε ρωτήσω καν.. Με κάνεις να θέλω να κλέψω τις εικόνες σου.. Ναι, το αποφάσισα..
    Καλημέρα

  2.   DeuceD said:

    04-12-2006 @ 11:08

    [+]

    Να τις κλέψεις, δεν με νοιάζει, μόνο κοίτα τες καλά, κατρακύλα κι εσύ μέσα τους, αλλά μη τις κρεμάσεις σε άσπρου... ...

  3.   The Motorcycle boy said:

    04-12-2006 @ 14:32

    [-]

    Άψογο το αποσπασματάκι -μόνο την Ιστορία του ματιού να μην ποστάρεις γιατί μου βγαίνει στο πολύ αναστατωτικό.

  4.   DeuceD said:

    04-12-2006 @ 15:38

    [-]

    με πρόλαβε η εικόνα…

  5.   Maria_Adouaneta said:

    04-12-2006 @ 15:58

    [-]

    μου

  6.   DeuceD said:

    04-12-2006 @ 16:00

  7.   Ι.Π.Πότης said:

    05-12-2006 @ 16:26

    [-]

    του


Post a Comment

Are you a SPAMMER?   YES     NO   (required)