Posted at 07-12-2006 @ 09:01 by ..::DeUCeD::.. in Deamons
Ο Maurice Blanchot γεννήθηκε το 1907 στον αγροτικό συνοικισμό Καιν του νομού Σων-ε-Λουάρ της Γαλλίας, όπου η εύπορη οικογένειά του, εκτός των αγροκτημάτων, είχε στην κατοχή της μια όμορφη και μεγάλη κατοικία, όπου ενήλικος θα επιστρέφει μέχρι τέλους στο “υψηλό δώμα” της για να γράφει.
Δοκιμιογράφος και αφηγηματογράφος, ο Μπλανσό μεταφέρει στο έργο του την οριακή εμπειρία του θανάτου που την αντιλαμβάνεται ως “δοκιμασία της απουσίας τέλους“.
Ο ίδιος ο χώρος της λογοτεχνίας είναι για τον Μπλανσό ο χώρος του θανάτου. Τα αφηγήματά του είναι το καθένα κι από μία δοκιμή όπου το κειμενικό τεχνουργείο τίθεται σε δοκιμασία για να θέσει ερωτήματα στην ίδια του την θεμελίωση. Ωθούν την λογοτεχνία έως εκείνη την ζώνη όπου η ίδια αυτοδιαλογίζεται αυτοδαπανώμενη, αυτοκαταστρέφεται και αυτοαναλώνεται από την δική της εσωτερική κίνηση. Ο συγγραφέας “δεν έχει τίποτα να πει“, αλλά “αυτό το τίποτα πρέπει να το πει“.
Μοναχικό και υπόγειο μέχρι πείσματος, το έργο του Maurice Blanchot είναι από τα πλέον γοητευτικά της μεταπολεμικής περιόδου. Έπειτα από συγγραφείς όπως ο Valery ή ο Bataille, ο Blanchot έθεσε σε διακύβευση την ίδια την ύπαρξη της λογοτεχνίας, την αισθητική, φιλοσοφική, ιδεολογική και κοινωνική λειτουργία της : Έβαλε φωτιά στις βιβλιοθήκες, εικονογραφώντας μ’ αυτόν τον τρόπο την φράση εκείνη του Holderlin την οποία σχολιάζει ο Heidegger : “Από όλα τα αγαθά η γλώσσα είναι το πιο επικίνδυνο“. […]
“Η γλώσσα -λέει ο Blanchot- είναι σκοτεινή επειδή λέει πάρα πολλά, αδιαφανής επειδή δεν λέει τίποτα : το διφορούμενο είναι παντού“. Αυτή είναι η διακινδύνευση της ποίησης, επειδή ο ποιητής είναι εκείνος που “ακούει μία γλώσσα ανερμήνευτη“.
Ο Maurice Blanchot πέθανε στη Γαλλία στις 21 Φεβρουαρίου 2002.

Αποσπάσματα…

Maurice Blanchot
Η τρέλα της ημέρας
μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης
[…] Ανθρώπους αγάπησα, κι αυτούς έχασα. Όταν με βρήκε το κακό, πήγα να τρελαθώ, γιατί είναι μια κόλαση αυτό. Την τρέλα μου όμως δεν την είδε ανθρώπου μάτι, η παραφροσύνη μου δεν έβγαινε στο φως, τρελή ήταν μόνον η μέσα ζωή μου. Φορές-φορές, μ’ έπιανε μια λύσσα. Μου έλεγαν : Γιατί είστε τόσο ήρεμος ; Εγώ όμως, από πάνω μέχρι κάτω καιγόμουν τη νύχτα, έτρεχα στους δρόμους κι έβγαζα ουρλιαχτά· τη μέρα, εργαζόμουν ήμερα.
Λίγο αργότερα, ξέσπασε η τρέλα του κόσμου. Μ’ έστησαν στον τοίχο όπως και πολλούς άλλους. Γιατί ; Χωρίς λόγο. Τα τουφέκια δεν έριξαν. Είπα με το νου μου : Θεέ, τι κάνεις ; Τότε, έπαψα να είμαι άφρων. Ο κόσμος κλυδωνίστηκε, έπειτα βρήκε πάλι την ισορροπία του.

Maurice Blanchot
Εκείνος που δεν με συντρόφευε
μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης
[…] τα λόγια σφίγγονται ολόγυρά μου, όμοια με όνειρα που θα είχαν ονειρευτεί τον εαυτό τους στο πλευρό μου, κι εγώ ο ίδιος δεν είμαι παρά μια εικόνα του ονείρου τους, αισθάνομαι την ισχύ της συνομωσίας τους και το πόσο δοκιμάζουν κι αυτά την ισχύ του ονείρου μου, δοκιμάζοντας την απέραντη επιθυμία να μετάσχουν σ’ αυτό, να εισέλθουν στη σφαίρα αυτού του ονείρου, επιθυμία τόσο ζωηρή ώστε αυτή η ίδια να είναι η νύχτα, δημιουργεί την νύχτα όπου βρισκόμαστε και πάλι μαζί, ενωμένοι αλλά με την κοινή μας άγνοια, με την κοινότητα της άγνοιάς μας η οποία δρα έτσι ώστε, ακόμη και όταν κατανοώ τα λόγια, δεν τα κατανοώ, και όποτε τα μιλάω, τίποτε δεν λέγεται, αν και σε αυτά τα πάντα έχουν λεχθεί για πάντα… Όμορφες ώρες, λόγια βαθιά στα οποία θα ήθελα να ανήκω, αλλά που κι αυτά θα ήθελαν να μου ανήκουν, λόγια κενά και ασύνδετα. Δεν μπορώ να ρωτήσω και δεν μπορούν να μου απαντήσουν. Παραμένουν μονάχα δίπλα μου, όπως παραμένω δίπλα τους…

Maurice Blanchot
Ο τελευταίος άνθρωπος
μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης
[…] είχε τέτοια σπουδαιότητα και ήταν σε τέτοιο σημείο ασήμαντος. Μπορούσε κανείς να είναι πεπεισμένος ότι έκρυβε κάτι, ότι κρυβόταν. Είναι πάντα πιο καθησυχαστικό να εικάζουμε ένα μυστικό πίσω απ΄ αυτό που μας βασανίζει, μέσα μας όμως κρυβόταν αυτό το μυστικό πράγμα. Αναμφίβολα τον παραξενεύαμε, του έλειπε όμως, για να νιώσει περιέργεια για μας, η μέριμνα του εαυτού του. Και η περιέργεια ήταν το λάθος που δεν μπορούσαμε να διαπράξουμε εναντίον του. Επιζητούσε με τόση γλυκύτητα τη διακριτικότητα, την επιφυλακτικότητα των κλειστών ματιών. Ζητούσε τούτο, να μην τον βλέπουμε, να μη βλέπουμε πόσο εξαφανισμένοι ήμασταν ήδη στα μάτια του, όπως είχε δυσκολία να μας μη κοιτάζει σαν κατοίκους της άλλης όχθης. Αργότερα, είδα πως δεν είχε στραφεί προς εμένα παρά για να επικοινωνήσει γλυκύτερα μ΄ αυτή τη σκέψη. Αυτή είχε γίνει πολύ δυνατή, έπρεπε να τη θέσει σε δοκιμασία. Νομίζω πως η ανάγκη να τελειώνει του επιβαλλόταν μ΄ έναν τρόπο ολοένα πιο επιτακτικό.
[…] Για ορισμένους, η προσπέλασή του ήταν παράξενα εύκολη· για άλλους, περιβαλλόταν από μία αθωότητα θαυμαστά λεία από έξω, από μέσα όμως φτιαγμένη απ’ τις χιλιάδες αγκίδες ενός πολύ σκληρού κρυστάλλου, εις τρόπον ώστε με την παραμικρή απόπειρα προσέγγισης, κινδύνευε να ξεσχιστεί από τις επιμήκεις και λεπτές βελόνες της αθωότητάς του. Ήταν εκεί ελαφρώς αποτραβηγμένος, μιλώντας πολύ λίγο, με λέξεις πολύ φτωχές και πολύ κοινότυπες· ήταν σχεδόν βυθισμένος στην πολυθρόνα, με μια ακινησία ενοχλητική, με τις μεγάλες παλάμες του να κρέμονται, κουρασμένες, στις άκρες των μπράτσων του. Παρ’ όλ’ αυτά τον κοιτάζαμε μόλις και μετά βίας· επιφυλασσόμασταν να τον κοιτάξουμε αργότερα. Όταν τον ξαναφέρνω στο μυαλό μου έτσι : ήταν ένας άνθρωπος τσακισμένος ; Τι περίμενε ; Τι ήλπιζε να σώσει ; Τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτόν ; Γιατί ρουφάς τόσο άπληστα κάθε κουβέντα μας ; Είσαι εντελώς εγκαταλελειμμένος ; Δεν μπορείς να μιλήσεις για τον εαυτό σου ; Πρέπει να σκεφτούμε το ελάττωμά σου, να πεθάνουμε στη θέση σου ;
[…] Ενίοτε, ο ήλιος αλλάζει χρώμα. Μαύρος, γίνεται πιο μαύρος. Ανεβαίνει έναν τόνο σαν για να δείξει ότι το αδιαπέραστο έχει οπισθοχωρήσει κι άλλο. Θα μπορούσα να φοβάμαι πως είμαι ο μόνος που το αντιλαμβάνεται αυτό. Όλα, διατείνεται αυτός, θα μπορούσαν να μας είναι κοινά, εκτός από τον ουρανό : απ’ αυτό το σημείο περνά το μερίδιό μας στη μοναξιά. Λέει όμως και πως το μερίδιο αυτό είναι το ίδιο για όλους και πως σ’ αυτό το σημείο είμαστε όλοι ενωμένοι έως μέσα στον χωρισμό μας, ενωμένοι εκεί μόνο κι όχι αλλού : αυτός θα ήταν ο ύστατος σκοπός. Η απόδειξη γι’ αυτό, είναι ότι κάθε φορά που το μαύρο γίνεται πιο μαύρο κατά μία απόχρωση που δεν μπορεί να μεταδοθεί παρά μόνο στην καρδιά του εαυτού μας, αυτό που λέει τότε ο καθένας μυστικά για να προσδώσει πραγματικότητα σ’ αυτό το σημάδι, υψώνεται απ’ όλες τις πλευρές σε μία και μόνη κοινή κραυγή που αυτή μόνο μας αποκαλύπτει αυτό που εμείς κάναμε τους εαυτούς μας ν’ ακούσουν. Κραυγή τρομερή, φαινομενικά πάντα η ίδια. Αυτό που είναι τρομερό στον ανώτατο βαθμό του δεν αλλάζει, κι ωστόσο ξέρουμε ότι παραλλάσσει αδιόρατα για να αποκριθεί στην ανεπαίσθητη παραλλαγή του ουρανού. Κατά τούτο είναι τρομερό.

Maurice Blanchot
Ο χώρος της λογοτεχνίας
μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης
[…] Γράφω σημαίνει παραδίδομαι στη σαγήνη της απουσίας χρόνου. Εδώ προσεγγίζουμε, χωρίς αμφιβολία, στην ουσία της μοναξιάς. Η απουσία χρόνου δεν είναι μια τροπή καθαρά αρνητική. Η απουσία χρόνου είναι ο χρόνος όπου τίποτα δεν αρχίζει, όπου είναι αδύνατη η πρωτοβουλία, κι όπου, πριν από τη διαβεβαίωση, η διαβεβαίωση έχει ήδη επιστραφεί. Περισσότερο από τροπή καθαρά αρνητική, ο χρόνος αυτός είναι ένας χρόνος χωρίς άρνηση και χωρίς απόφαση, όπου το εδώ είναι συγχρόνως και πουθενά, όπου το κάθε πράγμα αποσύρεται μέσα στην εικόνα του και το “Εγώ” που είμαστε αναγνωρίζεται στην κατακρήμνισή του μέσα στην ουδετερότητα ενός απρόσωπου “Αυτός“.
[…] Λένε πως ο Νερβάλ, προτού πάει να κρεμαστεί, περιπλανήθηκε στους δρόμους, η περιπλάνηση όμως είναι ήδη ο θάνατος, η θανάσιμη παραπλάνηση την οποία πρέπει τελικά να διακόψει καθηλώνοντας τον εαυτό του. Σ’ αυτό οφείλεται ο αέναα επαναλαμβανόμενος βραχνάς των κινήσεων της αυτοκτονίας. Εκείνος που, από αδεξιότητα, αστόχησε και δεν πέθανε, είναι σαν ένα φάντασμα που δεν εμφανίζεται παρά μόνο για να συνεχίσει να πυροβολεί την ίδια του την εξαφάνιση· το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σκοτώνει τον εαυτό του ξανά και ξανά, αιωνίως. Αυτή η επανάληψη έχει την κουφότητα της αιωνιότητας και το βάρος της φαντασίας.
[…] Και ο αυτόχειρ και ο καλλιτέχνης σχεδιάζουν κάτι που διαφεύγει από τα πλαίσια κάθε είδους σχεδίου· μπορεί να έχουν κάποιο δρόμο, δεν έχουν όμως σκοπό και δεν ξέρουν τι είναι αυτό που κάνουν. Και οι δύο θέλουν κάτι ανυποχώρητα, μ’ αυτό που θέλουν όμως, τους ενώνει μια απαίτηση που αγνοεί τη δική τους θέληση. Και οι δύο τείνουν προς ένα σημείο το οποίο πρέπει να πλησιάσουν με την επιδεξιότητα, την επιτηδειότητα, την εργασία, τις βεβαιότητες που παρέχει ο κόσμος, κι ωστόσο το σημείο αυτό δεν έχει καμία σχέση με παρόμοια μέσα, δε γνωρίζει τον κόσμο, παραμένει ξένο σε κάθε είδους εκπλήρωση και ανατρέπει συνεχώς κάθε πράξη αυτοδύναμη. Πώς να προχωρήσει κανείς με βήμα σταθερό προς αυτό που δεν αφήνει κανέναν να του δώσει κατεύθυνση; Φαίνεται πως και οι δύο δεν καταφέρνουν να φτιάξουν κάτι παρά μόνον όταν λαθεύουν πάνω σ’ αυτό που κάνουν. Κοιτάζουν καλύτερα και βλέπουν πως ο πρώτος, αντί του ενός θανάτου, παίρνει στη θέση του τον άλλο, ενώ ο δεύτερος παίρνει για έργο ένα βιβλίο. Πρόκειται για μια παρεξήγηση στην οποία έχουν τυφλή εμπιστοσύνη, της οποίας όμως η ασαφής συνειδητοποίηση μετατρέπει τον προορισμό τους σ’ ένα στοίχημα που το βάζουν από αλαζονεία, σαν να προσχεδίαζαν ένα είδος δράσης η οποία δεν θα μπορούσε παρά μόνο ατέρμονα να φτάνει στο τέρμα.

Maurice Blanchot
Η στιγμή του θανάτου μου
μτφ. Βαγγέλης Μπιτσώρης
Θυμάμαι έναν νέο άνδρα -άνδρα ακόμη νέο- που τον εμπόδισε να πεθάνει ο ίδιος ο θάνατος- και ίσως το λάθος της αδικίας.
Οι Σύμμαχοι είχαν κατορθώσει να πατήσουν στο γαλλικό έδαφος. Οι Γερμανοί, ήδη ηττημένοι, μάχονταν μάταια με άσκοπη αγριότητα.
Κάποιος χτύπησε, μάλλον διστακτικά, την πόρτα μιας μεγάλης κατοικίας (του Πύργου, όπως έλεγαν). Ξέρω πως ο νέος άνδρας πήγε να ανοίξει σε ξένους που προφανώς ζητούσαν βοήθεια.
Τούτη τη φορά, ουρλιαχτό : «Όλοι έξω».
Ένας υπολοχαγός των ναζί διέταξε, σε μιαν επονείδιστα φυσιολογική γαλλική γλώσσα, να βγουν πρώτα οι πιο ηλικιωμένοι, και ύστερα δυο νέες γυναίκες.
«Έξω, έξω». Τούτη τη φορά, ούρλιαζε. Ο νέος άνδρας παρ’ όλα αυτά δεν προσπάθησε να διαφύγει, αλλά προχωρούσε αργά, σχεδόν ιερατικά. Ο υπολοχαγός τον τράνταξε, του έδειξε κάλυκες, σφαίρες, ήταν φανερό πως είχε γίνει μάχη, το έδαφος ήταν έδαφος πολέμου.
Ο υπολοχαγός στραγγάλισε τη φωνή του μέσα σε μια παράξενη γλώσσα και βάζοντας μπροστά στη μύτη του άνδρα, που ήδη ήταν λιγότερο νέος (γερνά κανείς γρήγορα),τους κάλυκες, τις σφαίρες, μία χειροβομβίδα, φώναξε δυνατά και ευδιάκριτα : «Να, που φτάσατε».
Ο ναζί παρέταξε τους άνδρες του για να πετύχουν, σύμφωνα με τους κανόνες, τον ανθρώπινο στόχο. Ο νέος άνδρας είπε: «Τουλάχιστον αφήστε να επιστρέψει στο σπίτι η οικογένειά μου». Δηλαδή: η θεία (94 χρόνων), η μητέρα του, νεότερη, η αδερφή του και η νύφη του, μακρόσυρτη και βραδυκίνητη, σιωπηλή πομπή, σαν να είχαν όλα ήδη συντελεστεί.
Το ξέρω -το ξέρω άραγε- ότι αυτός που ήδη τον σκόπευαν οι Γερμανοί, καθώς δεν ανέμενε πλέον παρά την τελική διαταγή, ένιωσε ένα αίσθημα εξαίρετης ελαφρότητας, ένα είδος μακαριότητας (καμία όμως ευτυχία) -υπέρτατη αγαλλίαση; Η συνάντηση του θανάτου και του θανάτου;
Δεν θα προσπαθήσω, αντί γι’ αυτόν, να αναλύσω τούτο το αίσθημα ελαφρότητας. Ίσως να ήταν ξαφνικά ακατανίκητος. Νεκρός-αθάνατος. Ίσως η έκσταση. Μάλλον το συναίσθημα συμπόνιας για την πάσχουσα ανθρωπότητα, η ευτυχία να μην είσαι αθάνατος ούτε αιώνιος. Εφεξής ήταν δεμένος με το θάνατο, μέσω μιας υφέρπουσας φιλίας.
Εκείνη τη στιγμή, αιφνίδια επιστροφή στον κόσμο, ξέσπασε ο τεράστιος αχός μιας κοντινής μάχης. Οι σύντροφοι της Αντίστασης θέλησαν να βοηθήσουν αυτόν που ήξεραν ότι κινδύνευε. Ο υπολοχαγός απομακρύνθηκε για να διαπιστώσει τι συμβαίνει. Οι Γερμανοί έμεναν παρατεταγμένοι, διατεθειμένοι να παραμείνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μιαν ακινησία που σταματούσε το χρόνο.
Να όμως που κάποιος απ’ αυτούς πλησίασε και είπε με αποφασιστική φωνή : «Εμείς, όχι Γερμανοί, Ρώσοι», και, σαν να γελούσε : «στρατός του Βλάσοφ», και του έκανε νόημα να εξαφανιστεί.
Πιστεύω ότι απομακρύνθηκε, πάντοτε με το αίσθημα ελαφρότητας, οπότε βρέθηκε σε ένα απομακρυσμένο δάσος, το «Δάσος με τα ρείκια» όπως το αποκαλούσαν, όπου παρέμεινε προστατευμένος από τα δέντρα που τα ήξερε καλά. Σε τούτο το πυκνό δάσος ξαφνικά, και μετά από πόσο χρόνο, ξαναβρήκε την αίσθηση της πραγματικότητας. Παντού πυρκαγιές, μια διαδοχή συνεχούς φωτιάς, όλα τα υποστατικά φλέγονταν. Λίγο αργότερα έμαθε ότι τρεις νέοι, παιδιά κολίγων, εντελώς ξένα με οποιαδήποτε μάχη, που το μοναδικό τους σφάλμα ήταν τα νιάτα τους, είχαν εκτελεστεί.
Ακόμη και τα τουμπανιασμένα άλογα, στο δρόμο, στα χωράφια, πιστοποιούσαν έναν πόλεμο μεγάλης διαρκείας. Πράγματι, πόσος χρόνος είχε κυλήσει; Όταν ο υπολοχαγός επέστρεψε και διαπίστωσε την εξαφάνιση του νεαρού πυργοδεσπότη, γιατί η οργή, η λύσσα, δεν τον ώθησαν να πυρπολήσει τον Πύργο (αμετακίνητο και μεγαλειώδη); Επειδή ήταν ο Πύργος. Στην πρόσοψη ήταν χαραγμένη, σαν άφθαρτη ανάμνηση, η χρονολογία 1807. Μήπως ήταν αρκετά μορφωμένος ώστε να ξέρει ότι επρόκειτο για την περίφημη χρονιά στην Ιένα, όταν ο Ναπολέων, πάνω στο βραχύσωμο γκρίζο άλογό του, περνούσε κάτω από τα παράθυρα του Χέγκελ που αναγνώρισε στο πρόσωπό του «την ψυχή του κόσμου», όπως έγραψε σε φίλο του; Ψεύδος και αλήθεια, γιατί, καθώς έγραψε ο Χέγκελ, σε άλλο φίλο, οι Γάλλοι λεηλάτησαν και ρήμαξαν το ενδιαίτημά του. Αλλά ο Χέγκελ ήξερε να διακρίνει το εμπειρικό από το ουσιώδες. Το έτος 1944, ο υπολοχαγός των ναζί είχε για τον Πύργο το σεβασμό ή την εκτίμηση που δεν την προκαλούσαν τα υποστατικά. Παρ’ όλα αυτά έψαξαν παντού. Πήραν μερικά χρήματα΄ σε ένα χωριστό δωμάτιο, «το υψηλό δώμα», ο υπολοχαγός βρήκε κάποια χαρτιά και κάτι σαν χονδρό χειρόγραφο -που ίσως να περιείχε πολεμικά σχέδια. Τελικά ο υπολοχαγός έφυγε. Όλα φλέγονταν, εκτός από τον Πύργο. Οι Χωροδεσπότες είχαν εξαιρεθεί.
Τότε άρχισε προφανώς για τον νέο άνδρα το βάσανο της αδικίας. Καμία έκσταση πλέον΄ η αίσθηση πως ήταν ζωντανός αποκλειστικά επειδή, ακόμη και στα μάτια των Ρώσων, ανήκε σε τάξη αριστοκρατική.
Αυτό ήταν λοιπόν ο πόλεμος: η ζωή για τους μεν, για τους δε η ωμότητα της δολοφονίας.
Παρέμενε εντούτοις, τη στιγμή που ο τουφεκισμός τελούσε εν αναμονή, το αίσθημα ελαφρότητας που αδυνατώ να το μεταφράσω: απαλλαγμένος από τη ζωή; Το άπειρο που διανοίγεται; Ούτε ευτυχία ούτε δυστυχία. Ούτε η απουσία του φόβου και ίσως, ήδη, το βήμα προς το επέκεινα. Το ξέρω, φαντάζομαι πως αυτό το μη αναλύσιμο αίσθημα του άλλαξε ό, τι απέμεινε από την ύπαρξή του. Ωσάν ο θάνατος έξω από τον εαυτό του εφεξής να μην μπορούσε παρά να προσκρούσει στο θάνατο που ήταν μέσα του. «Είμαι ζωντανός. Όχι, είσαι νεκρός».



07-12-2006 @ 09:12
ΥΓ: Λατρεύεις Αυτόν που σου ‘δειξε, ΤΙ ήταν Αυτός που Λάτρεψε
12-01-2007 @ 10:40
Πολυ χαιρομαι που εστω και με αργοπορία (μόλις ένα μήνα και κατι ψιλά μετά τη δημοσίευση του παρόντος ποστ) ανακαλύπτω κάποιον φαν του Μπλανσό.
προσωπικό μου αγαπημένο νομίζω παραμένει Ο χώρος της λογοτεχνίας, με αμέσως δεύτερο την Τρέλα της Ημέρας και δίπλα ακριβώς τη Στιγμή του Θανάτου μου. Το L’Ecriture du Desastre επίσης..
τα αποσπάσματα που διάλεξες όλα υπέροχα.
Καλημέρα
13-01-2007 @ 00:20
Να ‘σαι καλά…