Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα

Όλα άρχισαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Πέρυ Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα. Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις…

Εντάξει, ξέρεις τώρα πως είναι, έρχεται ένα γαμημένο καλοκαίρι, ζεις λίγες στιγμές και νιώθεις πως τελειώνει πριν προλάβει καν ν’ αρχίσει. Κι έχεις τη ζέστη της λεωφόρου να σου θυμίζει πως μόλις πέρασε ο Ιούλης μα από το “τηγάνι” δεν υπάρχει περίπτωση να βγεις πριν το Σεπτέμβρη. Μένει μόνο ν’ αναρωτιέσαι τι διάβολο πήγε στραβά…

Κεφ. 1

Σελ. 1-5

Όλες οί βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από τήν πρώτη.
Ήταν ή εποχή που είχαμε άφθονο ρόκ ν’ ρόλλ, ελάχιστο σεξ καί καθόλου ναρκωτικά.
Πάρ’ όλ’ αυτά νομίζω ότι δέν τά πήγαμε καί τόσο άσχημα.

Συνέχεια↓↑

Σταματώ να διαβάζω, κλείνω τα μάτια και νιώθω ακόμα χτες εκείνη τη νύχτα στο Αλφαβιλ που ‘χε τη βδομάδα αφιερώματος στον Ελληνικό Κινηματογράφο. Πήγαμε -βέβαια- τη μέρα που ‘παιζε Νικολαίδη, πρέπει να ‘ταν μετά τις 8 το βράδυ, δε θυμάμαι ακριβώς, θυμάμαι όμως καλά πως φύγαμε τελευταίοι μετά από 5-6 ώρες αφού κάποια καπνοβιομηχανία μοίραζε τσιγάρα τσάμπα κι η σέρκοβα σε κέρναγε τσάμπα σφηνάκια στα διαλείμματα. Φεύγοντας μοιράστηκα με το Βασίλη τα ποτηράκια που δεν επιστρέψαμε, πρέπει να βγάλαμε άνετα εξάδα ο καθένας ενώ το κράνος μου μύριζε βότκα για πολλές μέρες.

Κεφ. 20

Σελ. 123-124

Τι ξεφτίλα ρε πούστη.

Έκανα αίτηση σε μια διαφημιστική εταιρία που ζητούσε νέους κειμενογράφους τι ακριβώς δεν ήξερα πήγα και είδα τον υπεύθυνο πέρασα διαδρόμους κόκκινο γυαλιστερό τούβλο και χάλκινα στοιχεία βιομηχανικό λούκ που λένε κι ο τύπος πίσω απ’ το γραφείο ευγενέστατος καφές τσιγάρο άνεση άρχισε κάτι αμερικάνικα πάκατζ και τάργκετ γκρούπ δεν καταλάβαινα Χριστό και τέλος με ρώτησε τι διαβάζω του είπα από Ταρζάν–Γκαούρ μέχρι Κνουτ Χάμσουν κ’ εκεί τα χαλάσαμε –ο Κνουτ Χάμσουν ήταν συνεργάτης των Γερμανών –έγραψε όμως την Πείνα έπειτα κι ο Έξτρα Πάουντ ήταν συνεργάτης των Γερμανών και τι έγινε; -έγινε έξαλλος- κι ο Νταλί ζητούσε συνεργασία με τον Φράνκο και τι έγινε; Αν θυμάστε που ήθελε να φορτώσει ελέφαντες στ’ αεροπλάνα να τους γεμίσει με χειροβομβίδες και ύστερα να τους πετάει μ’ αλεξίπτωτα να τους ανατινάζει πάνω απ’ τους καθεδρικούς ναούς του Φράνκο;
-Έξω από δω ούρλιαξε ο τύπος και με πέταξε απ’ το γραφείο του μαλακία μου έπρεπε να του πω ότι μου άρεσε μόνο ο Μυριβήλης κι ο Καραγάτσης.

Συνέχεια↓↑

Για τις ταινίες? Τις είχαμε ξαναδεί όλες και ούτως ή άλλως ψάχναμε ευκαιρίες να τις ξαναδούμε. Γιατί ο Νικολαίδης ήταν για πολλές γενιές η αντίδραση στον κινηματογράφο. Όχι πως δεν υπήρχαν άλλοι, μπορώ να πως πως υπήρχαν κάμποσοι έλληνες σκηνοθέτες (ακόμα θυμάμαι τη “Ρεβάνς”) αλλά κανείς δεν μπορούσε να σου βγάλει τ’ άντερα εύκολα έξω, να σε παρασύρει στο καλειδοσκόπιο των αμαρτωλών και συνάμα αθώων συναισθημάτων, που επιμελώς έκρυβες μια ζωή φοβισμένος μέσα σου.

Κεφ. 26

Σελ. 171-173

Η Μπέττυ είναι πολύ επικίνδυνο άτομο τρείς μήνες από τότε πού ’φυγα από τό σπίτι καί χωρίσαμε χτύπησε ένα βράδυ τό κουδούνι στή Βικτώρια τής άνοιξε ο γέρος μου καί τού ζήτησε νά μέ περιμένει εκεί είχα πάει γιά φλιμπεράκια στήν 3ης Σεπτεμβρίου καμμιά ώρα όπου νά ’ναι κ’ έρχομαι —καμώθηκε η καριόλα ότι πονούσε τό στομάχι της ψιλοδιπλώθηκε στόν καναπέ καί τού κλαψούρισε νά πάει κάτω στήν Έβγα νά τής πάρει ένα γιαούρτι κι αυτός που κάπου τή συμπαθούσε καί τή λυπήθηκε κατέβηκε στήν Έβγα μά όταν ανέβηκε η Μπέττυ είχε χαθεί —θά ’φυγε σκέφτηκε ο γέρος μου κ’ έφαγε τό γιαούρτι. Όταν γύρισα μουρμουρίζοντας κάτι στό κεφάλι μου καβλωμένος νά κάτσω στό γραφείο μου νά γράψω είπε ο γέρος μου ήρθε η Μπέττυ άλλά έφυγε ξαφνικά πρίν πέντε λεπτά καί κατέβηκα σφυρί στόν δρόμο νά τήν ψάξω γύρισα τήν πλατεία πήδηξα τρία τρία τά σκαλιά στόν υπόγειο τής Βικτώρια αλλά τίποτα πήρα ένα γύρω τά στενά βλαστημώντας κ’ έπειτα άντε γαμήσου γύρισα σπίτι γιατί έπιασε νά ψιχαλίζει.

Συνέχεια↓↑

Ημέρα 4η - Σκηνή στον κήπο. Ακόμα την ακούμε στις ελάχιστες σποραδικές μας μαζώξεις, κάπου κοντά στα τελειώματα της νύχτας όταν κουρασμένοι από το αλκοόλ, τη κουβέντα και τη μουσική θέλουμε να ταξιδέψουμε πίσω στο χρόνο, συνήθως χωρίς λόγο μα από ανάγκη. Δεν είναι πως μας θυμίζει, είναι μόνο για να μας κάνει να μη ξεχνάμε.

Κεφ. 29

Σελ. 187-188

Σκουντούφληδες καμπουριασμένοι σκεφτικοί κρατάνε όλοι τα εισητήρια στα χέρια τους και προχωράνε με σουρτά βηματάκια προς την είσοδο.

Στη μόνη σειρά που δεν σπρώχνονται σαν καννίβαλοι είναι σ’ αυτή που μπαίνει στο μεγάλο σινεμά για θάνατο και κανείς δεν τολμάει να ρωτήσει τι έργο παίζει μέσα κι όταν σχολάει κανείς δεν βγαίνει έξω να τον ρωτήσουνε τι έπαιζε; Αν ήταν καλό το έργο; Είναι γιατί όλοι τους πιστεύουν πως φύγαν από την άλλη έξοδο ν’ αδειάσει γρήγορα η αίθουσα και για τη πάρτη τους. Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται πίσω από την πόρτα τη μεγάλη με τη βελούδινη γκρενά κουρτίνα.

Συνέχεια↓↑

Θ’ ακούσεις πολλά για το Νικολαίδη, άλλοι θα τον εκθειάσουν κι άλλοι θα τον γράψουν κανονικά. Κι αν τον αγάπησαν πολλοί ήταν για ένα πράγμα που δύσκολα σήμερα το κατανοείς, μιλούσε για τα πάντα μέσα από τα μάτια μιας παρέας. Δεν θα μπορέσω να στο εξηγήσω καλύτερα γιατί αυτή η έννοια αλλοιώθηκε στο χρόνο -κι έτσι έπρεπε να γίνει, χάθηκε κάπου στη διαδρομή γιατί ήταν το μόνο προνόμιο των ανθρώπων που δεν έχουν πολλά πράγματα να χάσουν, που νιώθουν διαφορετικοί προσπαθώντας να βρουν τον “άλλον” κοιτώντας τα μάτια του απέναντί τους γράφοντας στ’ αρχίδια τους αυτούς που θα “έπρεπε” να κοιτάζουν. Ο χώρος και ο χρόνος υπήρχε γιατί θα ‘πρεπε να υπάρχει, κάτι σαν το background ενός πίνακα που αναδεικνύει το θέμα. Κι αυτές οι παρέες καθόλου όμορφες δεν ήταν, ήταν όμως ιδανικές για να αποφύγεις -ή να επισπεύσεις- την καταστροφή σου έχοντας ένα χέρι να σε κρατά κι ένα λόγο να σε συντροφεύει.

Κεφ. 33

Σελ. 215-216

Γκρίζος κρεπαρισμένος χολεριασμένος και γρουσούζης σκατογκρινιάρης μιζερομίζερος σνομπάκιας μουνάκιας γκινιόλης πολύ Σοπενάουερ ο αρχίδης που να φτύσω στον τάφο μου.

Να πω την αλήθεια δε με γουστάρω καθόλου.

Μ’ αρέσουν οι έρημες δεντροστοιχίες η Ζυλιέτ Γκρεκό που τραγουδάει «μισώ τις Κυριακές» τα βρεμμένα παγκάκια τα νεκρά φύλλα τα ωραία ρούχα τα ωραία φαγητά οι χνουδάτες πετσέτες τα χάι φιντέλιτυ η Χάτσον Κόμμοντορ του ’50 το Φλοκάκι κι ο βιεννουά στο Πέτρογραδ μ’ αρέσει ο Έρρολ Φλύνν στην Επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας και η Μαρί Μπλανσάρ -κανείς δεν τη ξέρει αλλά στο φινάλε στα παπάρια μου ζω και χωρίς αυτά- δε ζηλεύω κανέναν και τίποτα τους έχω χεσμένους όλους τους ρουφιάνους κι αυτό με γεμίζει φούρκα δεν πάει άλλο -πολύ αδιαφορία έχει πέσει.

Η μόνη λύση μου είναι να υποκρίνομαι ότι μοιράζομαι μαζί τους τον ίδιο κόσμο κάτω από τον ίδιο γαμημένο ήλιο εγώ που γουστάρω τη βροχή τη θύελλα και το χιονόνερο τα μαύρα σύννεφα στο πεζοδρόμιο τον πυρετό τα ρίγη το σκοτεινό μου πάρκο και την υγρασία.

Συνέχεια↓↑

Έτυχε πριν κάποιους μήνες να διαβάσω το “Ο φύλακας στη σίκαλη” του Salinger (1951). Αν τυχόν ο Χόλντεν συναντιόταν με το Σπόρο νομίζω πως θα κάνανε καλό παρεάκι αλλά, ξέρεις, ο Χόλντεν παρέμενε εκείνος που σκέφτεται διαρκώς αλλά για μια στιγμή διστάζει στα “μεγάλα”. Ο Σπόρος αντίθετα θα “βουτήξει” σ’ ότι βρει μπροστά του χωρίς ν’ αφήσει ούτε στιγμή να πάει χαμένη. Θα κάτσει να το σκεφτεί “μετά”. Ίσως γι’ αυτό ο Χόλντεν παρέμεινε αιώνια μόνος ενώ ο Σπόρος έμεινε για πάντα μοναχικός.

Κεφ. 42

Σελ. 295-296

Κάποιο λάθος έχει γίνει και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ‘μαι συνέχεια στην τσίτα άσε που έτσι και μείνω λίγο μόνος μου ανάβει βεγγαλικό κι αυτό που με σώζει στο τέλος είναι ο χαβαλές η μαλακία η άδεια κουβέντα η σαχλαμάρα οι γκόμενες ο χορός τα τσιγάρα και καμιά φορά κι η βαλεριάνα γιατί πλακώνουν πεταλούδες στο στομάχι μου και γράφω κάσα -αλλά ξέρω τι τρέχει μόνο που δεν μπορώ να το πω ούτε στους κολλητούς μου γιατί θα με περάσουνε για ψώνιο… κάποιος πούστης με πέταξε εδώ πέρα -τράβηξε να πούμε ο τύπος το πιο σκατένιο κομμάτι του και το πέταξε με αηδία εδώ κάτω μόνο που δεν τα υπολόγισε σωστά γιατί του ξέφυγαν κι άφησε πάνω μου και κάτι κομμάτια δικά του κάτι ίνες κρέας με ξένη μνήμη που με βασανίζουν και μου θυμίζουν συνέχεια ότι ‘μαι ένα υπόλοιπο κάτι δύσμορφο ανάπηρο να ζητιανεύω στη ξεφτίλα αυτό που ήμουνα κάποτε και κει μ’ ανάβουν τα γλομπάκια και τρελαίνομαι φοβάμαι αυτό που είμαι και γαμώ το μουνί που με πέταγε δε ξεφεύγω με τίποτα.

Συνέχεια↓↑

Τελικά δε βγάζεις άκρη. Οι εποχές αλλάζουν και παίρνουν διαφορετικό χρώμα κάθε φορά. Κι οι άνθρωποι αλλάζουν μαζί τους. Άλλα τ’ αφήνουν πίσω τους, άλλα τα ξεχνάνε κι άλλα τα κρύβουν μ’ επιμέλεια ακόμα κι απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό. Το τέλος τους ξεκινάει όταν σταματήσουν ν’ αναρωτιούνται, όταν σταματήσουν να σκέφτονται, όταν πάψουν να θυμούνται. Ζούμε όλοι μια ψευδαίσθηση του “εγώ” και φτιάχνουμε τα πάντα να περιστρέφονται γύρω μας. Ο δικός μας μικρόκοσμος είναι η αρχή και το τέλος του σύμπαντος. Πασπαλίζουμε τη σκέψη μας με όμορφες, αφηρημένες, μα κούφιες κι ακατανόητες έννοιες και βάζουμε πλώρη για την επιτυχία. Καταλήγουμε με το στομάχι μας και το κεφάλι μας πάντα γεμάτο σκουπίδια. Γι’ αυτό το τέλος μας βρίσκει πάντα ανίκανους και φοβισμένους. Και καθόλου μοναχικούς. Παρά μόνους.

Κεφ. 59

Σελ. 429-432

Μαζευτήκαμε κατά τις έντεκα και μοιράσαμε τις πατάτες με τα ξυράφια -κατέβηκε κι ο Βιθέντε από τη Φιλοθέη ο Τάκης όπως πάντα μαράθηκε βαρέθηκε και την άραξε σπίτι του είχανε παντού μπλόκα και χαφιέδες δύσκολα περνούσες και στις γωνίες γκρίζες αύρες και η ταγγή μυρουδιά του δακρυγόνου. Κατεβήκαμε προς Σύνταγμα μόνο που πήγαινε μπροστά ο Όλιβερ κι έκοβε κίνηση στα σταυροδρόμια κι έκανε σήμα να περάσουμε ή να την κάνουμε από παράλληλο -πίσω μας πάλι έκοβαν κίνηση ο Καλογήρου με τον Μίλτο μη μας τη παίξουνε και μας κυκλώσουνε οι μπάτσοι- αν μας διαλύανε τότε βρισκόμαστε Λέκκα στο σπίτι του Όλιβερ.

Συνέχεια↓↑

Κι όλο αυτό πήγαινε στα κωλόπαιδα της Βούτας, στα φρικιά της Ουτοπίας στο Μπραχάμι, στα ροκαμπίλια της Wing στη Καλλιθέα και τους πεθαμένους της Ακροβάτισσας στη Ν. Σμύρνη, στο Skylab της Πλάκας -που άκουγα μα δεν πρόλαβα να γνωρίσω, στα μέταλλα της Best και τους ροκάδες της Doors στην Ηλιούπολη, στην κατάληψη του happy family στα ΤΕΙ Πειραιά, στα φρικιά της Libo στη Καβάλας, στους περιστεριώτες γκαζοφονιάδες του Πατατρακ, στους απίστευτους θαμώνες της Prema στα Λιόσια, στους περίεργους τύπους της παλιάς υπόγειας Blues στη Πανόρμου, στους πειραιώτες από το Διαχρονικό, στους εναπομείναντες γέρους στο Ξεχασμένο Πηγάδι στα Πατήσια, στα χουλιγκάνια της Crazy στο Χαλάνδρι, στους νότιους της Spider στη Γλυφάδα, στις παρέες από το Μουσικό Καφενείο, τη παλιά Jasmin και το Σιντάρτα σε Ζωγράφου - Ιλίσσια - Γουδί, στους πάνκηδες του Άλλοθι , στο μανιασμένο χορό που ρίχναμε στο Παλιακό, στους βαρεμένους με stones του L.A., τους μηχανόβιους του παλιού Stand (ή Lucky Luke?) και τους σαλταρισμένους της Οκτάνας στα Εξάρχεια, στους μεσημεριανούς ταβλαδόρους του Ρούσσου στη πλατεία, στα ακατάσχετα πιώματα της Prisma και στους μεθυσμένους στο Μπαράκι του Ν. Κόσμου και στη Lion, στις δεκάδες συναυλίες που έζησα στα Προπύλαια, σε όλες τις ανακατεμμένες παρέες στο ασφυκτικό Μποχώρι που μεγάλωσα στην Ιπποκράτους και στο φίλο μου το Μήτσο που θα τον θυμάμαι πάντα καβάλα στη R51

Κεφ. 59

Σελ 435-436

Ο Μάνος πήγε και κάθισε μόνος του παρακάτω σκούπισε τα πόδια του κι άρχισε να φοράει τις κάλτσες ανακάτεψα τα μαλλιά μου να πέσει η άμμος ο Βιθέντε είχε γείρει το κεφάλι του και το χτυπούσε από το πλάι να πέσει η άμμος απ’ τα’ αυτί του ο Μάνος σηκώθηκε και τράβηξε για τη θάλασσα…

Μετά από λίγο πήγαμε κοντά του ο Βιθέντε πήρε άκρη άκρη στην αμμουδιά λίγο θάλασσα στις χούφτες του την έριξε μέσα στην μύτη του και μετά φύσηξε να φύγει πάλι η άμμος.

Κάθησα κάτω κι έβγαλα τα τσιγάρα απ’ το μπουφάν μου άναψα και κοίταζα τον ήλιο που πήγαινε να δύσει ο Μάνος σύρθηκε κι άραξε δίπλα μου ο Βιθέντε ξαπλωμένος στην άμμο πάλευε με τις κάλτσες του.
-τι ώρα είναι? Ρώτησε.
-πάει για μούχρωμα ηλιόγερμα δειλινό δείλι είπε ο Βιθέντε.
-δε μου λες ρε φίλε του ψιθύρισα κι έγειρα λίγο κοντά τι τρέχει κάτω στις ακτές της Αφρικής?

Συνέχεια↓↑

Για την -κακή- αντιγραφή ευθύνομαι εγώ εκτός από το πρώτο κεφάλαιο το οποίο αντέγραψα από τον Motorcycle Boy ο οποίος έχει γράψει ακόμα ένα απόσπασμα εδώ ενώ έχει ρίξει τη στεκιά του κάπου εδώ. Αν θες υπάρχει ακόμα ένα απόσπασμα στον Mac Manus ενώ αν είσαι αχόρταγος μπορείς να διαβάσεις ακόμα ένα κεφάλαιο στον Γιάννη Καφάτο ώστε μετα να συνεχίσεις στο αφιέρωμα του Ελεύθερου Τύπου και να κατεβάσεις μερικά αποσπάσματα σε PDF. Μην παραλείψεις να διαβάσεις το υπέροχο αφιέρωμα από τον Kριτικό , την γαμάτη παρουσίαση από τον Vlaxo και την παρουσίαση από τον Δ. Αναστασόπουλο στην Ε. Το βιβλίο μπορείς να το αγοράσεις online από την Greekworks.com.

See you, in hell darling…

Tags: § § § §

40 Comments

Go to Comment Form »
  1.   Nadiya said:

    01-08-2008 @ 19:24

    [+]

    Ειδικά το κεφάλαιο 20 που βάζεις εδώ ισως πρέπει να το ξαναδιαβάσουν τύποι σαν τον Μότορσάικλ ή σαν κ σένα που ... ...

  2.   motorcycle boy said:

    01-08-2008 @ 19:54

    [+]

    To Skylab ήτανε σκέτη πέτσα -τζάμπα ύφος και ντεμέκ επανάσταση καλύτερα που δεν το πρόλαβες. Το Λούκυ Λουκ ήταν πα... ...

  3.   Nadiya said:

    01-08-2008 @ 20:18

    [+]

    Ναι με λίγα λόγια εγώ σου λέω ότι τίποτα δεν είναι Μαύρο-Ασπρο. Και επειδή έχω ακόμα στο μυαλό μου το προηγού... ...

  4.   motorcycle boy said:

    01-08-2008 @ 20:48

    [-]

    Εντάξει μωρέ -καλό σου ταξίδι.

  5.   οι σκιές μιλάν said:

    04-08-2008 @ 11:49

    [+]

    (Είναι μπανάλ να το πω; ) Μακάρι να διάβαζα τέτοια κείμενα πιο συχνά εδώ γύρω στα μπλογκ. Νά 'σαι καλά!... υγ. Πά... ...

  6.   ..::DeUCeD::.. said:

    04-08-2008 @ 13:41

    [+]

    Με εσάς εκεί στο νότο έχουμε ανοίξει παρτίδες πλέον, περιμένω από το ακούραστο δίδυμο να σχεδιάσει νέα απόβασ... ...

  7.   motorcycle boy said:

    04-08-2008 @ 20:33

    [-]

    Ω ρε πούστη μου, μπλεξίματα μυρίζομαι πάλι! Και σαν το βλάκα με τη μπανανόφλουδα -”πάλι θα την πατήσω”

  8.   paperflowers said:

    05-08-2008 @ 16:55

    [+]

    Χμμμ... όποιος κάνει παρέα με τον Μότορ γίνεται κι αυτός σεντονιστής... Κατά τ'άλλα θα συμφωνήσω με τον Σκιές...... ...

  9.   fidel said:

    05-08-2008 @ 23:20

    [+]

    Exω εντολή να σ' ευχαριστήσω αυτοπροσώπως μιά και δεν σου λένε αυτά που σου στέλνω... πολύ όμορφο το κομμάτι για ... ...

  10.   fidel said:

    05-08-2008 @ 23:32

    [+]

    Αλήθεια αυτό το κορίτσι η Nadiya μου θυμίζει κάποια Εll που έγραφε σχόλια στον Motocycle Boy... Θάπρεπε να σταματήσεις να... ...

  11.   Michael_Sc said:

    06-08-2008 @ 09:51

    [+]

    Τhe future ain't what it used to be... Πρόλαβα να βρεθώ σε Wing , Doors, Blues (στη Βατοπεδίου ήταν το υπόγειο) , στο Ξεχασμένο Πηγάδι ... ...

  12.   ..::DeUCeD::.. said:

    06-08-2008 @ 11:28

    [+]

    Fidel δεν κατάλαβα τι "δεν μου λέει" αλλά κάτι θα 'χεις στο νου σου. Κανόνισε τώρα ν' απαντάς στη Nadiya, στη γωνία σε π... ...

  13.   motorcycle boy said:

    06-08-2008 @ 18:32

    [+]

    Ναι, θυμάμαι οτι είχε κι ένα γαμώ τα ροκάδικα στους Γαργαλιάνους! Ρε άντε σοβαρευτείτε! Αντί να αναπολήσετε το... ...

  14.   paperflowers said:

    07-08-2008 @ 16:16

    [+]

    Deuced, εννοείται ότι δεν γινόταν αλλιώς κ εννοείται ότι θα το αγοράσω αν το βρω στα βιβλιοπωλεία. :-) ΥΓ: Υποψιάζ... ...

  15.   aspic said:

    12-08-2008 @ 20:30

    [+]

    Βρέιιιιιιιιι,πούστε ρε κολλημένοι; Χαθήκαμε πιά. Έβλεπα ολυμπιακούς αγώνες που λέτε χθές και σας θυμήθηκα. ... ...

  16.   enthousiasmeni mplim said:

    14-08-2008 @ 10:16

    [-]

    my hero!!!!!!!!!

  17.   ..::DeUCeD::.. said:

    14-08-2008 @ 11:49

    [+]

    Είδες τώρα τι τραβάμε? Έρχεται ο αγρότης από το πουθενά με τον αέρα του διάσημου να μας κοροϊδέψει. Ε βέβαια, ε... ...

  18.   katatsourouflismeni mplim-mploum said:

    14-08-2008 @ 12:34

    [+]

    wraios eisai ki esy deuced...epeidh den eixes kanena sovaro epixeirima na antiteineis s'auta pou egrapse me to gnwsto pneuma antilogias o aspik(pou omologoumenos, omws, exei xasei ti forma tou-aaaaa o... ...

  19.   Motorcycle boy said:

    18-08-2008 @ 09:17

    [+]

    Κατά πως φαίνεται, αυτός ο Aspic δεν έχει δει το "Pat Garrett and Billy the Kid" σε αντίθεση με τον Νικολαϊδη που το ήξερε μια χ... ...