
Όλα άρχισαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Πέρυ Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα. Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις…
Εντάξει, ξέρεις τώρα πως είναι, έρχεται ένα γαμημένο καλοκαίρι, ζεις λίγες στιγμές και νιώθεις πως τελειώνει πριν προλάβει καν ν’ αρχίσει. Κι έχεις τη ζέστη της λεωφόρου να σου θυμίζει πως μόλις πέρασε ο Ιούλης μα από το “τηγάνι” δεν υπάρχει περίπτωση να βγεις πριν το Σεπτέμβρη. Μένει μόνο ν’ αναρωτιέσαι τι διάβολο πήγε στραβά…
Κεφ. 1
Σελ. 1-5
Όλες οί βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από τήν πρώτη.
Ήταν ή εποχή που είχαμε άφθονο ρόκ ν’ ρόλλ, ελάχιστο σεξ καί καθόλου ναρκωτικά.
Πάρ’ όλ’ αυτά νομίζω ότι δέν τά πήγαμε καί τόσο άσχημα.
Συνέχεια… ↓↑
Κατέβαινα κουτρουβαλώντας τή μεγάλη χωμάτινη κατηφόρα πλάϊ στά Τουρκοβούνια καί πίσω μου λαχάνιαζε ή Μπέττυ καί γκρεμοτσακιζότανε πάνω στίς ψηλοτάκουνες γόβες της γκρί σουρί σουέτ.
Μόλις είχα ρίξει μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα καί χρυσαφένιος κ’ ελαφρύς σάν τόν Ντόν ντέ λ’ Όρο μέ βίτσιζε στό πρόσωπο τό τέλος τού Νοέμβρη καί όλα αυτά γιατί μόλις είχα ρίξει ένα γερό γαμήσι στή Μπέττυ που έβριζε πίσω μου γιατί είχε μπλεχτεί σέ κάτι πικραγγουριές δίπλα στό ρέμα.
Αφήσαμε στό πλάι τά παραπήγματα τού Πολυγώνου καί πήραμε τόν μαλακό δρόμο γιά τό λοφάκι τού Γκύζη νά πέσουμε έτσι στήν αλάνα δίπλα στό Πάρκο πίσω απ’ τήν παράγκα τής Λήθης τέσσερα αναχώματα μετά κ’ έξω απ’ τή μικρή αυλή τής Μόλλυ.
Τίς Κυριακές ή Μόλλυ φορούσε κάτι πουλοβεράκια ανγκορά πότε ένα ρουμπινί καί πότε ένα πράσινο αχνό σέ χρώμα ραδιοφωνάκι βακελίτη που τάραζε καί ξεσήκωνε ένα πετάρισμα στό στομάχι μου κι αυτή που τό καταλάβε τίς Κυριακές φορούσε πάντα τό πράσινο.
Θά ’πρεπε τό θέμα νά μέ ψυλλιάσει αλλά ή Μόλλυ ήτανε καλό παιδί κ ή Μπέττυ σταθερό γαμήσι έστω κι άν μού ’ριχνε τέσσερα χρόνια καί τό ’παιζε μπεμπέκα κ᾽ εγώ ήμουνα στά δεκαπέντε κ’ ήθελα δράση κι όχι χεράκι χεράκι μέ τή Μόλλυ στόν Λυκαβηττό καί τί ’ναι ό έρωτας ασπασμός τών αγγέλων πρός τ’ άστρα.
Έπειτα ή Μπέττυ ήτανε μιά χαρά γκόμενα. Άδειαζε παγόνερα στό καταχείμωνο πάνω στά βυζιά της νά τά κρατάει σφιχτά μέ ρόζ ρογούλες μυτούλα ρετρουσέ μακριά κανιά ψηλόκωλη αλλά ήτανε καί πολύ ζηλιάρα ή καριόλα. Μέ χαρτζηλίκωνε όμως καλά καί τρώγαμε συχνά τά μεσημέρια μετά τό σχολείο μου στό Αχαΐα-Κλάους σωστός νομίζω.
Πρίν ένα μήνα μού ’φερε δυό γυμνές φωτογραφίες της νά τραβάω μαλακία κι αυτό μέ συγκίνησε πολύ. Τίς έκρυψα κάτω από τό στρώμα μου καί πρώτη φορά όλα καλά. Τή δεύτερη εκεί που τόν έπαιζα έπιασα κάτι που δέν γούσταρα. Ήτανε σέ μία πόζα καθιστή στήν άμμο μέ πόδια ανοιχτά καί τό μουνί της πιάτο στό φακό κ’ εντάξει αυτό τό ’κανε γιά πάρτη μου αλλά τό σούπερ καβλωμένο ύφος στή μάπα της τί ρόλο έπαιζε;—στόμα μισάνοιχτο χείλη χαλαρά κι απέξω νά κρέμεται ή γλώσσα παράλυτη λειρί ψόφιο θολό τό βλέμμα καί μάτια σκέτη βλεφαρόπτωση σά νά ’χε φάει ροπαλιά στό κρανίο τό μουνόπανο—δευτερόλεπτα πρίν τή φωτογραφία ό τύπος πίσω απ’ τόν φακό τής τόν κάρφωνε στά σίγουρα.
Τότε ξύπνησε μέσα μου ένα δεκαπεντάχρονο κυνικό καθήκι σέ δυό επιλογές νά τή σουτάριζα αφού τήν πλάκωνα καί τήν έκανα ίσα μ’ ένα άλογο αλλά πάλι σέ καμμιά κουφάλα θά ’πεφτα μέ νούμερα τρελλά κι άντε νά βρείς τό στέντυ πήδημα στίς μέρες μας ή νά συνέχιζα νά τή γαμώ σά νά μήν τρέχει τίποτα καί νά κυκλοφορώ σέ στύλ—τί έχεις αγόρι μου απόψε;—λίγο θλιμμένος είμαι τίποτα δέν έχω—μά κάτι τρέχει κουρκουμπίνι μου—τίποτα γουστάρω κανά σινεμά κ’ ύστερα μέ ταξί στήν παραλία. Μέ τό ταξί χλώμιαζε κομμάτι αλλά ή καψούρα τήν καπάκωνε.—Κ’ έτσι κ’ έγινε.
Γιατί τελικά τό θέμα είναι νά ξέρεις ότι οί άλλοι δέν τό ξέρουν καί τότε στό φινάλε γίνεται καλό παιχνίδι.
Μερικές μέρες μετά παρέα μέ πολλούς μάγκες τού Πέμπτου τής Τοσίτσα κι άλλους απ’ τή Λεόντειο τό Βαρβάκειο τό Τρίτο από τή Λιοσίων κ’ ένα σωρό μουνάκια απ’ τό Θηλέων τής Νεάπολης γίναμε ένα κουβάρι μέ τούς μπάτσους έξω απ’ τήν Ακαδημία γιά τό Κυπριακό κι όταν τά πράγματα σκούρυναν γιατί πλάκωσαν οί πυροσβεστικές καί τά θωρακισμένα μέ τούς μαύρους τήν πουλέψαμε κανονικά άλλοι γιά Στρέφη καί Λυκαβηττό άλλοι πρός Εθνικό Κήπο γιά μπαλαμούτιασμα καί μπάσκετ στόν Φωκιανό κ᾽ εγώ μέ τή Μπέττυ ξαναμμένοι απ’ τό τρεχαλητό καί τά δακρυγόνα γιά γαμήσι σπίτι μου πάνω στά Τουρκοβούνια.
Τό σπίτι στά Τουρκοβούνια ήταν μιά σκέτη μιζέρια δύο δωμάτια χώλ κουζίνα αποθηκούλα δίπλα κ᾽ έξω απ’ τήν κουζίνα ένας στενός διάδρομος που ’βγαζε στή χέστρα μόνο που ξέχασαν νά τού βάλουν ταβάνι κι όταν έβρεχε κ’ ήθελες νά πάς γιά κατούρημα γινόσουν κώλος. Θέρμανση δέν είχε καί μύριζε παντού πετρέλαιο καθώς πήγαινα βόλτα μιά φορητή θερμάστρα Πίτσος χρώμα σκούρο οινοπνευματί γιά νά ζεστάνει λίγο τό ρημάδι που δέ ζέσταινε κ’ έτσι λιβάνιζα μέ καυσαέριο όλα τά δωμάτια. Κάτω τό μωσαϊκό σέ χρώμα ξέρασε ή γάτα πού ’θελε σπάτουλα νά φύγει ή γκοράτσα κι απέξω μιά τσιμεντένια βεραντούλα κ’ ένα καρακοβούνι κήπο που φύτρωναν μόνο πέτρες καί κάτι γκριζοπράσινες μολόχες.
Τά τελευταία χρόνια μόνιμα μπατίρηδες γιά νά τή βγάλουμε ό γέρος μου ντουμπλάριζε μετά τό κωλουπουργείο του καθηγητής σέ φροντιστήριο καί συχνά έφτανε σέρνοντας αργά στό σπίτι 11 τό βράδυ γι’ αυτό καί τώρα ή Μπέττυ ξάπλωνε ξεσαλωμένη τσίτσιδη κι άνετη πάνω στό κρεββάτι μου.
Όταν τήν πλησίασα σήκωσε μέ αναίδεια τίς ψηλοτάκουνες γάμπες της καί τίς ακούμπησε πάνω στήν κουβέρτα. Μετά τίς ανοιξε σιγά σιγά στήν πόζα τής φωτογραφίας. Χώθηκα μέσα στά πόδια της ακούμπησα τούς αγκώνες μου πάνω στά γόνατά της κ’ έγειρα κοντά της αυτή άνοιξε λίγο ακόμα—καλά οί φωτογραφίες σου είναι υπέροχες. Πονηρό χαμόγελο ή χαζοβιόλα καί—σ’ αρέσουνε κουρκουμπινάκι μου; —άν μ’ αρέσουν λέει σκέτη κάβλα—πόσες μαλακίες έριξες μωρό μου;—πεντέξη—μόνο;—έχουμε καί προπόνηση αγάπη μου…καί πού τίς τράβηξες;…
Ησυχία…Τίς φωτογραφίες πού τίς τράβηξες μήπως στό Λαιμό τής Βουλιαγμένης;…πού τό κατάλαβες;—κατέβαζα αργά τό φερμουάρ μου—καί στίς τράβηξε ποιός;—ένας φίλος μου φωτογράφος—καλά καί σύ δέ ντράπηκες νά τού πετάξεις τό μουνάκι σου στή μάπα;—μά τό ’κανα γιά σένα κουρκουμπίνι μου. Τόν πέταξα κ᾽ εγώ έξω απ’ τ’ άνοιγμα τού φερμουάρ προσέχοντας νά μή τόν στραγκουλίξω κ’ ή Μπέττυ αναστέναξε—καί πώς τόν λένε τόν φίλο σου;—μά τί σημασία έχει γιά σένα τό ’κανα νά μ’ έχεις πάντα κοντά σου…δικό μου είναι αυτό τό σκληρό κουρκουμπινάκι μου—θά μού τό χώσεις;
Μόνο που δέν τής τό ’χωσα εκεί που περίμενε. Τήν άρπαξα απότομα απ’ τή μέση τή γύρισα καί τή σβούριξα μπρούμυτα πάνω στό κρεββάτι νά ᾽ρθεί στά τέσσερα τής έριξα μιά δυνατή στήν πλάτη νά τουρλώσει καί τής τόν έχωσα στόν κώλο.
Γιά πρώτη φορά.
Νομίζω πως κάπως έτσι συνεννοηθήκαμε γιατί δέν έβγαλε μιλιά ή χαμουρίτσα. Κάθησε σά τήν κότα καί τόν έφαγε έκανε μάλιστα καί κάτι απόπειρες νά κουνηθεί αλλά δέν τής βγήκε γιατί πόναγε μέχρι που τής άρχισα κάτι παπαριές ότ’ είναι τάχα τ’ αλογάκι μου καί καλπάζει μέ τή μαλαπέρδα μου μέσα της πάνω απ’ τούς λόφους κάτω σέ πράσινα λειβάδια μέ λιμνούλες νούφαρα καί κάτι κλαίουσες γυρτές στά γεφυράκια-συννεφάκια-τουλπανάκια καί τέτοιες μαλακίες που γουστάρουνε οί γκόμενες καί πέσανε καί κάτι μπάτσες καί μού κουνήθηκε λιγάκι κ’ έχυσα κ’ έχυσε κι αυτή μαζί μου ή έκανε ότι έχυσε στά παπάρια μου.
Μετά άναψα ένα τσιγάρο κι όπως καθόταν γυμνή μαζεμένη καί μπομπολιασμένη απ’ τό κρύο στά κάτω κάγκελα τού κρεββατιού τής εξήγησα τίς νέες υποχρεώσεις της μενάζ δηλαδή δίς τής εβδομάδος που πάει νά πεί σφουγγάρισμα κανά σώβρακο κανά πουκάμισο σίδερο τό δεύτερο μπλού-τζήν μου κανένα καπαμά τό σχετικό γαμήσι κ’ ένα μπλέ κασκόλ μέ κόκκινες ρίγες που ‘χα χτυπήσει στή βιτρίνα τού Μπόν-Τόν….
Σηκώθηκε θυμωμένη κ’ έφυγε μέ σφιγμένα κωλαράκια γιά τό μπάνιο μή τρέξουνε τά φλόκια στά μπούτια της.
Έσβησα τή γόπα μου καί γύρισα μπρούμυτα νά σαπίσω λίγο ώσπου ξύπνησα από μιά φρέσκια μυρωδιά σιδερωμένου ρούχου.
Τό κορίτσι είχε πάρει τό μήνυμα. Άναψα ένα τσιγάρο κι αυτή μύρισε τόν καπνό καί κατάλαβε πως ξύπνησα.
Μπήκε στήν κάμαρά μου κρατώντας ένα βιβλίο.—Τό βρήκα στό μπάνιο είπε σά νά μήν έτρεχε τίποτα—νά σού διαβάσω κάτι κ’ επειδή διάβαζε ωραία τής είπα νά μού ρίξει πρώτα τόν Γουίλλη τόν μαύρο θερμαστή από τό Τζιμπουτί. Περάσαμε έτσι καμμιά δεκαριά ποιήματα μέ μπόλικα τσιγάρα καί λίγα σχόλια κ’ ύστερα ρώτησε ξαφνικά—τί θά κάνουμε απόψε τό βράδυ;—θά μείνω μέσα γιατί έχω νά διαβάσω καί καλά θά κάνεις νά τού δίνεις μή πλακώσει ό γέρος μου—τότε θά μέ πάς μέχρι τή στάση;—Δέ θά σέ πάω μέχρι τή στάση γιατί ’μαι πτώμα—νά ’ρθώ αύριο νά σέ πάρω στό σχόλασμα;—νά ’ρθείς μόνο μή στηθείς έξω απ’ τό σχολείο γιατί σέ παίρνει είδηση όλη ή τάξη καί κρέμονται τά λιγούρια στά παράθυρα—στήν αφετηρία τότε στή γωνία;—Έγινε.
Θά μπορούσες νά ’σαι λίγο πιό καλός μαζί μου μουρμούρισε καδραρισμένη κάτω από τήν κάσα τής πόρτας τυλιγμένη τή μαύρη γυαλιστερή καμπαρντίνα της.—Έγινε είπα καί γύρισα μπρούμυτα καί τήν άφησα νά πάει νά βρεί τήν εξώπορτα.
Όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος. |
Σταματώ να διαβάζω, κλείνω τα μάτια και νιώθω ακόμα χτες εκείνη τη νύχτα στο Αλφαβιλ που ‘χε τη βδομάδα αφιερώματος στον Ελληνικό Κινηματογράφο. Πήγαμε -βέβαια- τη μέρα που ‘παιζε Νικολαίδη, πρέπει να ‘ταν μετά τις 8 το βράδυ, δε θυμάμαι ακριβώς, θυμάμαι όμως καλά πως φύγαμε τελευταίοι μετά από 5-6 ώρες αφού κάποια καπνοβιομηχανία μοίραζε τσιγάρα τσάμπα κι η σέρκοβα σε κέρναγε τσάμπα σφηνάκια στα διαλείμματα. Φεύγοντας μοιράστηκα με το Βασίλη τα ποτηράκια που δεν επιστρέψαμε, πρέπει να βγάλαμε άνετα εξάδα ο καθένας ενώ το κράνος μου μύριζε βότκα για πολλές μέρες.
Κεφ. 20
Σελ. 123-124
Τι ξεφτίλα ρε πούστη.
Έκανα αίτηση σε μια διαφημιστική εταιρία που ζητούσε νέους κειμενογράφους τι ακριβώς δεν ήξερα πήγα και είδα τον υπεύθυνο πέρασα διαδρόμους κόκκινο γυαλιστερό τούβλο και χάλκινα στοιχεία βιομηχανικό λούκ που λένε κι ο τύπος πίσω απ’ το γραφείο ευγενέστατος καφές τσιγάρο άνεση άρχισε κάτι αμερικάνικα πάκατζ και τάργκετ γκρούπ δεν καταλάβαινα Χριστό και τέλος με ρώτησε τι διαβάζω του είπα από Ταρζάν–Γκαούρ μέχρι Κνουτ Χάμσουν κ’ εκεί τα χαλάσαμε –ο Κνουτ Χάμσουν ήταν συνεργάτης των Γερμανών –έγραψε όμως την Πείνα έπειτα κι ο Έξτρα Πάουντ ήταν συνεργάτης των Γερμανών και τι έγινε; -έγινε έξαλλος- κι ο Νταλί ζητούσε συνεργασία με τον Φράνκο και τι έγινε; Αν θυμάστε που ήθελε να φορτώσει ελέφαντες στ’ αεροπλάνα να τους γεμίσει με χειροβομβίδες και ύστερα να τους πετάει μ’ αλεξίπτωτα να τους ανατινάζει πάνω απ’ τους καθεδρικούς ναούς του Φράνκο;
-Έξω από δω ούρλιαξε ο τύπος και με πέταξε απ’ το γραφείο του μαλακία μου έπρεπε να του πω ότι μου άρεσε μόνο ο Μυριβήλης κι ο Καραγάτσης.
Συνέχεια… ↓↑
| Μετά βρήκα μια άκρη στη Ραδιοφωνία Ρηγίλλης με δέχτηκε μια κυρία μισοπεθαμένη στο πρώτο στάδιο της ακαμψίας που είχε υποχρέωση σε μια θειά μου –ήθελε λέει να της γράφω ένα πεντάλεπτο σχόλιο κάθε μέρα να το λέει στο ράδιο κάτι σε στυλ Ψαθά –αν με καταλαβαίνετε κριτική της επικαιρότητας –κανείς δεν γράφει σαν τον Ψαθά της είπα αλλά θα προσπαθήσω σε τρεις μέρες θα ‘χετε το κείμενό μου –κάθισα στο γραφείο μου στη Βικτώρια ήπια δυό γαλλικούς κι ένα μονό πακέτο Ντιάνα με φελλό και στο τέλος ξέχωσα από τη βιβλιοθήκη κάτι κείμενα του Σαρόγιαν αντέγραψα ένα άλλαξα τα ονόματα να φέρνει στο ελληνικό τα ‘βαλα σ’ έναν φάκελο και της το ‘στειλα. Μετά από μια βδομάδα ήρθε η απάντηση ότι το κείμενο πέρασε από την αρμόδια επιτροπή η οποία το επέρριψε γιατί το ύφος ομυ ήτανε αδόκιμο. Αδόκιμο ύφος ο Σαρόγιαν που να χέσω μέσα άντε και γαμήσου παλιοφακλάνα.
Μετά διάβασα μια αγγελία ότι ζητούσανε λατζέρηδες στο Ακροπόλ Παλλάς κι έκανα αίτηση αλλά μ’ απέρριψαν πάλι γιατί ‘χα απολυτήριο γυμνασίου κι ήμουνα μορφωμένος και θα ξεσήκωνα τους άλλους λατζέρηδες σε απεργίες –έτσι μου είπαν. Αφού δεν είμαι φτιαγμένος για δουλειά τι κάθομαι ο μαλάκας και το ψάχνω; -έπειτα μια και δε γουστάρω χαμαλίκι μπορεί και να γυρίζω έτσι τα πράγματα να μένω άνεργος. |
Για τις ταινίες? Τις είχαμε ξαναδεί όλες και ούτως ή άλλως ψάχναμε ευκαιρίες να τις ξαναδούμε. Γιατί ο Νικολαίδης ήταν για πολλές γενιές η αντίδραση στον κινηματογράφο. Όχι πως δεν υπήρχαν άλλοι, μπορώ να πως πως υπήρχαν κάμποσοι έλληνες σκηνοθέτες (ακόμα θυμάμαι τη “Ρεβάνς”) αλλά κανείς δεν μπορούσε να σου βγάλει τ’ άντερα εύκολα έξω, να σε παρασύρει στο καλειδοσκόπιο των αμαρτωλών και συνάμα αθώων συναισθημάτων, που επιμελώς έκρυβες μια ζωή φοβισμένος μέσα σου.
Κεφ. 26
Σελ. 171-173
Η Μπέττυ είναι πολύ επικίνδυνο άτομο τρείς μήνες από τότε πού ’φυγα από τό σπίτι καί χωρίσαμε χτύπησε ένα βράδυ τό κουδούνι στή Βικτώρια τής άνοιξε ο γέρος μου καί τού ζήτησε νά μέ περιμένει εκεί είχα πάει γιά φλιμπεράκια στήν 3ης Σεπτεμβρίου καμμιά ώρα όπου νά ’ναι κ’ έρχομαι —καμώθηκε η καριόλα ότι πονούσε τό στομάχι της ψιλοδιπλώθηκε στόν καναπέ καί τού κλαψούρισε νά πάει κάτω στήν Έβγα νά τής πάρει ένα γιαούρτι κι αυτός που κάπου τή συμπαθούσε καί τή λυπήθηκε κατέβηκε στήν Έβγα μά όταν ανέβηκε η Μπέττυ είχε χαθεί —θά ’φυγε σκέφτηκε ο γέρος μου κ’ έφαγε τό γιαούρτι. Όταν γύρισα μουρμουρίζοντας κάτι στό κεφάλι μου καβλωμένος νά κάτσω στό γραφείο μου νά γράψω είπε ο γέρος μου ήρθε η Μπέττυ άλλά έφυγε ξαφνικά πρίν πέντε λεπτά καί κατέβηκα σφυρί στόν δρόμο νά τήν ψάξω γύρισα τήν πλατεία πήδηξα τρία τρία τά σκαλιά στόν υπόγειο τής Βικτώρια αλλά τίποτα πήρα ένα γύρω τά στενά βλαστημώντας κ’ έπειτα άντε γαμήσου γύρισα σπίτι γιατί έπιασε νά ψιχαλίζει.
Συνέχεια… ↓↑
| Μέσα στό ασσανσέρ μ’ έπιασε μιά ανησυχία δέ γούσταρα καθόλου αυτή τήν ιστορία θέλω γιαούρτι καί εξαφανίζομαι καί πάτησα στή συνέχεια τό κουμπί γιά τελευταίο όροφο καί γιά ταράτσα καλά ο πούστης καί πολύ ένστικτο.
Στήν ταράτσα ήταν σκοτεινά φυσούσε λίγο πλαγιαστές ψιχάλες τριγύρισα τίς γωνιές έφαγα ένα σύρμα τής μπουγάδας στό μάτι καί τελικά τήν βρήκα χάμω κουρνιασμένη σέ μιά λιμνούλα νερά πίσω απ’ τό πλυσταριό. Δίπλα της ήταν πεταμμένα καμμιά εικοσαριά κουτιά άσπιρίνες όλα ανοιχτά καί άδεια κι όλο τό σκηνικό καί η κατάσταση μέ γρήγορη εκτίμηση πρός τήν πουτσίσαμε.
Σκέφτομαι γρήγορα…. Πέταξε τίς ασπιρίνες στόν δρόμο καί τό παίζει η κουφάλα… δέν μού κόλλαγε γιατί δέν τό ’χε σίγουρο ότι γυρίζω σέ πέντε λεπτά καί τή βρίσκω κρυμμένη στήν ταράτσα καί τή σώζω καί ύστερα χεσμένος απ’ τό φόβο μαζεύομαι πάλι σπιτάκι μας. Τέρμα η γκόμενα θέλει νά πεθάνει κανονικά —καριόλα όπως ήταν πάντα γουστάρει νά πεθάνει στήν ταράτσα μου δυό πατώματα πιό πάνω νά ’χω τό λείψανο της στό κεφάλι μου νά μέ πλακώνει μιά ζωή. Θά τήν πλακώσω κ’ εγώ τώρα στίς κλωτσιές τήν κουφάλα νά τήν αποτελειώσω γιατί τής φώναζα καί τήν ταρακουνούσα άλλά δέν έπαιρνε πρέφα.
Τήν έχωσα σέρνοντας στό ασσανσέρ καί τήν κατέβασα στόν δρόμο όλος ζοχάδα —δέ θά σού κάνω γώ τή χάρη ξεκωλιάρα θά πεθάνεις κωλόγρια στό γηροκομείο από χεσμένα γηρατειά— κι από ταξί νέκρα. Δρόμο γιά τό Πρώτων Βοηθειών ένάμισυ χιλιόμετρο πιό κάτω πρός Ομόνοια πότε αγκαλιά απ’ τή μέση πότε κρεμασμένη στόν ώμο μου στή Μάρνης φύγαν τά γοβάκια της ξέπεφτε πάνω στό βρεμμένο πεζοδρόμιο τήνε σήκωνα καί παρακάτω γλιστρούσαμε παρέα καί τήν ξαπλώναμε κ᾽ οι λιγοστοί καί βιαστικοί απ’ τή βροχή μάς πέρναγαν γιά μεθυσμένους σκέτο νούμερο μέ τσακισμένη μέση καί τήν ψυχή στό στόμα νά τήν προλάβω.
Στό Πρώτων Βοηθειών τής κάνανε πλύση στομάχου κάπνισα δέκα τσιγάρα μού είπανε ευτυχώς δέν είχε χωνέψει γιά καλά τίς ασπιρίνες ήρθε κ’ ένας μπάτσος νά πάρει κατάθεση εγκληματική ενέργεια καί τά τέτοια βαριότανε όμως πολύ καί μάς ξαπόστειλε βρήκα καί ταξί —στόν δρόμο έψαχνε τό χέρι μου— καί τήν άδειασα στό πατρικό της στό Κουκάκι δέν μπορούσε νά περπατήσει όμως καί χτύπησα τό κουδούνι. Άνοιξε την πόρτα τής αυλής ο πατέρας της κάτι φώναξε μετά στή μητέρα της αυτή έτρεξε γλίστρησε στή βρεμμένη αυλή έπεσε στά πλακάκια χτύπησε στόν γοφό άφησα κ’ εγώ τήν Μπέττυ στά χέρια τού γέρου της καί σήκωσα τήν άλλη που βογκούσε. Μετά τή γδύσανε τής φόρεσαν μιά άσπρη νυχτικιά μέ μπροντερί στό ντεκολτέ χρώμα χλωμό ασσορτί τής μάπας της —τήν ξάπλωσαν στό κρεββάτι καί μού ’παν θέλει νά σού μιλήσει μπήκα μέσα καί κάθησα άκρη στό κρεββάτι. —Πώς είσαι μέ ρώτησε —μιά χαρά εσύ πώς είσαι; —Κρυώνω λίγο —μούσκεψες στήν ταράτσα καί θ’ άρπαξες κανένα κρυολόγημα…. —Θά ’ρθείς αύριο νά μέ δείς; Τί νά τής πείς τώρα μέ τέτοιο γερό οπλοστάσιο που τήν είχανε πλουτίσει τά είκοσι κουτιά ασπιρίνες καί η πλύση τού στομάχου πώς νά τά βγάλεις πέρα —…νά φάμε καί παρέα; Ξέρω καί μετά νά πάμε σπίτι μας νά ξεσκιστούμε στά γαμήσια καί κάτσε νά κοιμηθείς εδώ που χουχουλιάζουμε ωραία —φεύγεις αύριο τό γνωστό σκηνικό.
—Κοιμήσου τώρα καί τά λέμε αύριο έχω καί τό ταξί που περιμένει. —λεφτά έχεις; —έχω καί σηκώθηκα —Φιλί;… Καλά έπρεπε νά τήν αφήσω νά ψοφήσει στήν ταράτσα τή φίλησα καί λίγο πρίν βγώ απ’ τήν πόρτα άκουσα —κουρκουμπινάκι!… γύρισα ήρθα κι ακούμπησα στά κάγκελα του κρεββατιού της. —Τί ’ναι πάλι;
—Νά ξέρεις ότι θά τό ξανακάνω.
Μετά από τρείς ώρες μπήκα σπίτι κι ο γέρος μου διάβαζε στό σαλόνι —τήν βρήκες; ρώτησε —τήν βρήκα όλα καλά μόνο νά σού πώ κάτι άλλη φορά άν σέ στείλει καμμιά γκόμενα νά τής πάρεις γιαούρτι σέ παρακαλώ μήν τό κάνεις. —Γιατί τί έγινε;
—Έγινε γέρο μου ότι τό γιαούρτι σκοτώνει. |
Ημέρα 4η - Σκηνή στον κήπο. Ακόμα την ακούμε στις ελάχιστες σποραδικές μας μαζώξεις, κάπου κοντά στα τελειώματα της νύχτας όταν κουρασμένοι από το αλκοόλ, τη κουβέντα και τη μουσική θέλουμε να ταξιδέψουμε πίσω στο χρόνο, συνήθως χωρίς λόγο μα από ανάγκη. Δεν είναι πως μας θυμίζει, είναι μόνο για να μας κάνει να μη ξεχνάμε.
Κεφ. 29
Σελ. 187-188
Σκουντούφληδες καμπουριασμένοι σκεφτικοί κρατάνε όλοι τα εισητήρια στα χέρια τους και προχωράνε με σουρτά βηματάκια προς την είσοδο.
Στη μόνη σειρά που δεν σπρώχνονται σαν καννίβαλοι είναι σ’ αυτή που μπαίνει στο μεγάλο σινεμά για θάνατο και κανείς δεν τολμάει να ρωτήσει τι έργο παίζει μέσα κι όταν σχολάει κανείς δεν βγαίνει έξω να τον ρωτήσουνε τι έπαιζε; Αν ήταν καλό το έργο; Είναι γιατί όλοι τους πιστεύουν πως φύγαν από την άλλη έξοδο ν’ αδειάσει γρήγορα η αίθουσα και για τη πάρτη τους. Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται πίσω από την πόρτα τη μεγάλη με τη βελούδινη γκρενά κουρτίνα.
Συνέχεια… ↓↑
Ζούνε με τη μπότα πατημένη στο λαρύγγι αλλά ούτε που δίνουν σημασία αυτοί είναι απασχολημένοι μόνο ν’ αναπνέουν.
Δεν τα γουστάρω όλα αυτά τα πρόβατα στην ουρά συφιλιάζομαι που τα βλέπω στο δρόμο μου μέσα στα λεωφορεία να σκουντουφλάω πάνω τους μα τους ξεφεύγω αλλάζω εποχές να μην τους συναντάω δεν τους μιλάω κι όταν με ρωτάνε κάτι πάντα τους λέω με λένε Ελένη και θα βρέξει κι ο Μάνος μου λέει έχεις σαλτάρει Σπόρε δεν τη βγάζεις καθαρή. Γιατί μωρέ μαλάκα μου εσύ τα πας καλύτερα νομίζεις; Τρέχουμε σα λιγούρια πίσω από τα μουνιά και κάθε πούτσος που ρίχνουμε κερδίζει πόντους να στο πω καλλίτερα μας διώχνει λίγο πιο μακριά από το ταμείο αλλά πάντα στην ουρά μαλάκα μου κι εντάξει μπορεί να μην κολλάμε με τα πρόβατα δεν έχει όμως άλλη είσοδο για μας τους άντε και καλά αλλιώτικους –και ξέρεις το χειρότερο ρε φίλε; Δεν αγαπάμε ούτε το πόδι μας δεν αγαπάμε και μη μου πεις τώρα τη Στέλλα και την Μπέττυ και τις άλλες χαμούρες που τραβάμε να μην ξεράσω τα σκατά μου μέσα στα μούτρα σου και μη γυαλίζεις το γκλάς-άι σου γιατί το ξέρεις ότι έχω δίκιο κι ούτε θα ‘ρθει ποτέ ξέρεις ποια λέω ρε μαλάκα μην τη περιμένεις τα ίδια μουνόπανα θα τρώμε μια ζωή στη μάπα… το μόνο που μας έμεινε και αγαπάμε είναι το τσιγάρο… |
Θ’ ακούσεις πολλά για το Νικολαίδη, άλλοι θα τον εκθειάσουν κι άλλοι θα τον γράψουν κανονικά. Κι αν τον αγάπησαν πολλοί ήταν για ένα πράγμα που δύσκολα σήμερα το κατανοείς, μιλούσε για τα πάντα μέσα από τα μάτια μιας παρέας. Δεν θα μπορέσω να στο εξηγήσω καλύτερα γιατί αυτή η έννοια αλλοιώθηκε στο χρόνο -κι έτσι έπρεπε να γίνει, χάθηκε κάπου στη διαδρομή γιατί ήταν το μόνο προνόμιο των ανθρώπων που δεν έχουν πολλά πράγματα να χάσουν, που νιώθουν διαφορετικοί προσπαθώντας να βρουν τον “άλλον” κοιτώντας τα μάτια του απέναντί τους γράφοντας στ’ αρχίδια τους αυτούς που θα “έπρεπε” να κοιτάζουν. Ο χώρος και ο χρόνος υπήρχε γιατί θα ‘πρεπε να υπάρχει, κάτι σαν το background ενός πίνακα που αναδεικνύει το θέμα. Κι αυτές οι παρέες καθόλου όμορφες δεν ήταν, ήταν όμως ιδανικές για να αποφύγεις -ή να επισπεύσεις- την καταστροφή σου έχοντας ένα χέρι να σε κρατά κι ένα λόγο να σε συντροφεύει.
Κεφ. 33
Σελ. 215-216
Γκρίζος κρεπαρισμένος χολεριασμένος και γρουσούζης σκατογκρινιάρης μιζερομίζερος σνομπάκιας μουνάκιας γκινιόλης πολύ Σοπενάουερ ο αρχίδης που να φτύσω στον τάφο μου.
Να πω την αλήθεια δε με γουστάρω καθόλου.
Μ’ αρέσουν οι έρημες δεντροστοιχίες η Ζυλιέτ Γκρεκό που τραγουδάει «μισώ τις Κυριακές» τα βρεμμένα παγκάκια τα νεκρά φύλλα τα ωραία ρούχα τα ωραία φαγητά οι χνουδάτες πετσέτες τα χάι φιντέλιτυ η Χάτσον Κόμμοντορ του ’50 το Φλοκάκι κι ο βιεννουά στο Πέτρογραδ μ’ αρέσει ο Έρρολ Φλύνν στην Επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας και η Μαρί Μπλανσάρ -κανείς δεν τη ξέρει αλλά στο φινάλε στα παπάρια μου ζω και χωρίς αυτά- δε ζηλεύω κανέναν και τίποτα τους έχω χεσμένους όλους τους ρουφιάνους κι αυτό με γεμίζει φούρκα δεν πάει άλλο -πολύ αδιαφορία έχει πέσει.
Η μόνη λύση μου είναι να υποκρίνομαι ότι μοιράζομαι μαζί τους τον ίδιο κόσμο κάτω από τον ίδιο γαμημένο ήλιο εγώ που γουστάρω τη βροχή τη θύελλα και το χιονόνερο τα μαύρα σύννεφα στο πεζοδρόμιο τον πυρετό τα ρίγη το σκοτεινό μου πάρκο και την υγρασία.
Συνέχεια… ↓↑
| Καμιά φορά μου τη δίνει και βγαίνω έξω από το σπίτι μου στα Τουρκοβούνια στον χωματόδρομο της Αγίας Φωτεινής και πλακώνω τις πετριές πάνω απ’ τα σπίτια και τις ταράτσες να πέφτουνε στην κάτω γειτονιά… τις καλές μέρες ακούω και κανά τζάμι να σπάει μετά τσιρίδες μακρυνές μέχρι που μου την έπεσε ένας γείτονας -τι κάνεις εκεί ρε παιδί? -πετάω πέτρες του είπα -άντρας είσαι συ ρε? Θα σκοτώσεις κανέναν άνθρωπο -όχι του είπα πούστης είμαι τι γουστάρεις? Κι έμεινε κάγκελο ο βρωμύλος -έχω να πετάξω πολλές πέτρες ακόμα ρε καριόληδες.
Μ’ αυτό που με ζοχαδιάζει περισσότερο είναι πως με πατάω στο λαρύγγι δε μου συγχωράω τίποτα -και δε με γουστάρω καθόλου γαμώ την ανωμαλία μου μέσα να γιατί όταν είμαι κακός είμαι κακός κι όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.
Στα δώδεκά μου χρόνια έφαγα τη γκόμενα του Ηλία του καλύτερού μου φίλου μεγάλη τσογλανιά κι έπαψα πια να με πιστεύω μου κούνησε το κωλαράκι της η βρωμομούνα κι άρπαξα σα χάνος κι από τότε έτσι και καταφέρω να ξεπεράσω τα καριολόμουνα τις γκόμενες των φίλων μου νιώθω πως κάτι νίκησα πως κάτι κέρδισα μαζί κι ένα κουτσό πόντο.
Και δε ζηλεύω τις βίλλες στο Καλαμάκι τους πράσινους κήπους τις βεράντες με τις κουρτίνες στις μπαλκονόπορτες τις καλοθρεμμένες μουνίτσες στο πατινάζ τις χάι σοσάιτυ μουνάρες της Αρζεντίνα δε κάνω όνειρα με ακριβά ρολόγια και μανικετόκουμπα δε θέλω να τρέχω πιο γρήγορα απ’ τον Τάκη να βάζω ωραία τζαμπ-σούτ σαν τον Όλιβερ δε θέλω να ‘μια πρώτος πουθενά -είμαι πρώτος από χέρι και σας έχω όλους γραμμένους στο πούτσο μου κουφάλες.
Εντάξει κάπου κάπου όλα αυτά μου θυμίζουν ρήμματα της καυχήσεως εκείνου του παπάρα του Αλεξανδρινού Αιμιλιανού Μονάη όμως μη με σκουντάτε στον δρόμο ρε αρχίδια σκουντιέμαι κι από μόνος μου δε σας έχω ανάγκη -να τα βρω λίγο μαζί μου θέλω- γιατί όπως είπε κάποτε κι ο Τζέρυ Λούης πρέπει ν’ αγαπάς λίγο τον εαυτό σου γιατί στο κάτω κάτω μ’ αυτόν θα ζήσεις όλα σου τα χρόνια. |
Έτυχε πριν κάποιους μήνες να διαβάσω το “Ο φύλακας στη σίκαλη” του Salinger (1951). Αν τυχόν ο Χόλντεν συναντιόταν με το Σπόρο νομίζω πως θα κάνανε καλό παρεάκι αλλά, ξέρεις, ο Χόλντεν παρέμενε εκείνος που σκέφτεται διαρκώς αλλά για μια στιγμή διστάζει στα “μεγάλα”. Ο Σπόρος αντίθετα θα “βουτήξει” σ’ ότι βρει μπροστά του χωρίς ν’ αφήσει ούτε στιγμή να πάει χαμένη. Θα κάτσει να το σκεφτεί “μετά”. Ίσως γι’ αυτό ο Χόλντεν παρέμεινε αιώνια μόνος ενώ ο Σπόρος έμεινε για πάντα μοναχικός.
Κεφ. 42
Σελ. 295-296
Κάποιο λάθος έχει γίνει και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ‘μαι συνέχεια στην τσίτα άσε που έτσι και μείνω λίγο μόνος μου ανάβει βεγγαλικό κι αυτό που με σώζει στο τέλος είναι ο χαβαλές η μαλακία η άδεια κουβέντα η σαχλαμάρα οι γκόμενες ο χορός τα τσιγάρα και καμιά φορά κι η βαλεριάνα γιατί πλακώνουν πεταλούδες στο στομάχι μου και γράφω κάσα -αλλά ξέρω τι τρέχει μόνο που δεν μπορώ να το πω ούτε στους κολλητούς μου γιατί θα με περάσουνε για ψώνιο… κάποιος πούστης με πέταξε εδώ πέρα -τράβηξε να πούμε ο τύπος το πιο σκατένιο κομμάτι του και το πέταξε με αηδία εδώ κάτω μόνο που δεν τα υπολόγισε σωστά γιατί του ξέφυγαν κι άφησε πάνω μου και κάτι κομμάτια δικά του κάτι ίνες κρέας με ξένη μνήμη που με βασανίζουν και μου θυμίζουν συνέχεια ότι ‘μαι ένα υπόλοιπο κάτι δύσμορφο ανάπηρο να ζητιανεύω στη ξεφτίλα αυτό που ήμουνα κάποτε και κει μ’ ανάβουν τα γλομπάκια και τρελαίνομαι φοβάμαι αυτό που είμαι και γαμώ το μουνί που με πέταγε δε ξεφεύγω με τίποτα.
Συνέχεια… ↓↑
| Τώρα όμως -έτσι στη ψύχρα- για να τα βγάλει κανείς πέρα με τέτοια μυστήρια πρέπει να ‘ναι και λίγο διαβασμένος όχι πασάλειμμα σαν τη μούρη μου αν και πολλές φορές έτσι και τα γράψω όλα στο πούτσο μου γεμίζω μια γαλήνη και μια θαλπωρή -ωραία λέξη αλλά στουκάρω άτσαλα ο μαλάκας και μου τη πέφτω πολύ άσχημα- κι από πού ρε αρχίδι πουλάς τέτοια μούρη ποιος είσαι ο γιος του Τσιμ Τσομ Τσίμπλερ γαμώ τη μιζέρια σου δε γουστάρεις κανέναν δε ζηλεύεις κανέναν τους έχεις όλους χεσμένους πατόκορφα δε θέλεις να τελειώσεις το σχολείο να σπουδάσεις δεν θέλεις να εργαστείς δεν θέλεις να πας στο στρατό δε θέλεις να μάθεις αγγλικά το μόνο που γουστάρεις είναι το μουνί τα τσιγάρα κι οι έρημοι δρόμοι τίποτ’ άλλο όμως το νιώθω ο λούστρος κουβαλάω μια ερημιά για κάτι που ήτανε κάποτε δικό μου και μου τα’ αρπάξανε που τριγυρίζει το γαμημένο σα ξωτικό και μου ζαλίζει τ’ αρχίδια κι όχι μόνο αυτό αλλά μου κλωτσάνε και μακριά και το δεκανίκι να πέφτω να κυλιέμαι στη λάσπη ο δικός σου και να μαδάει η μπλου γκαρντένια στην κομβιοδόχη μου.
Το σίγουρο είναι ότι κάποιος από κει πάνω μου κάνει χοντρή πλάκα αλλά που θα πάει κάποτε θα τον βρω και θα τον ξεσκίσω επιτόπου.
Τώρα με λένε Ελένη και θα βρέξει… άντε να γαμηθείτε όλοι σας. |
Τελικά δε βγάζεις άκρη. Οι εποχές αλλάζουν και παίρνουν διαφορετικό χρώμα κάθε φορά. Κι οι άνθρωποι αλλάζουν μαζί τους. Άλλα τ’ αφήνουν πίσω τους, άλλα τα ξεχνάνε κι άλλα τα κρύβουν μ’ επιμέλεια ακόμα κι απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό. Το τέλος τους ξεκινάει όταν σταματήσουν ν’ αναρωτιούνται, όταν σταματήσουν να σκέφτονται, όταν πάψουν να θυμούνται. Ζούμε όλοι μια ψευδαίσθηση του “εγώ” και φτιάχνουμε τα πάντα να περιστρέφονται γύρω μας. Ο δικός μας μικρόκοσμος είναι η αρχή και το τέλος του σύμπαντος. Πασπαλίζουμε τη σκέψη μας με όμορφες, αφηρημένες, μα κούφιες κι ακατανόητες έννοιες και βάζουμε πλώρη για την επιτυχία. Καταλήγουμε με το στομάχι μας και το κεφάλι μας πάντα γεμάτο σκουπίδια. Γι’ αυτό το τέλος μας βρίσκει πάντα ανίκανους και φοβισμένους. Και καθόλου μοναχικούς. Παρά μόνους.
Κεφ. 59
Σελ. 429-432
Μαζευτήκαμε κατά τις έντεκα και μοιράσαμε τις πατάτες με τα ξυράφια -κατέβηκε κι ο Βιθέντε από τη Φιλοθέη ο Τάκης όπως πάντα μαράθηκε βαρέθηκε και την άραξε σπίτι του είχανε παντού μπλόκα και χαφιέδες δύσκολα περνούσες και στις γωνίες γκρίζες αύρες και η ταγγή μυρουδιά του δακρυγόνου. Κατεβήκαμε προς Σύνταγμα μόνο που πήγαινε μπροστά ο Όλιβερ κι έκοβε κίνηση στα σταυροδρόμια κι έκανε σήμα να περάσουμε ή να την κάνουμε από παράλληλο -πίσω μας πάλι έκοβαν κίνηση ο Καλογήρου με τον Μίλτο μη μας τη παίξουνε και μας κυκλώσουνε οι μπάτσοι- αν μας διαλύανε τότε βρισκόμαστε Λέκκα στο σπίτι του Όλιβερ.
Συνέχεια… ↓↑
| Στη Βουκουρεστίου άρχιζε ο φραμπαλάς και πέσαν γύρω μας να τρέχουνε μες τον πανικό πιτσιρικάδες μπουχιασμένοι απ’ τα αέρια και κάτι γκομενάκια ξέμπαρκα λούτσα απ’ τις πυροσβεστικές κυνηγημένα προς τα πάνω για Λυκαβηττό -καθάριζαν το κέντρο οι πούστηδες οι μπάτσοι. Κάναμε σφήνα για να βγούμε Σύνταγμα μπρος στήθηκε ο Μάνος και στα πίσω μας ο Μπογκομόλετς βγάλαμε ξυραφάκια με πατάτες μέσα απ’ τα μπουφάν κι ορμήσαμε σφήνα ουρλιάζοντας σαν κανίβαλοι κάτω την κατηφόρα της Βουκουρεστίου να ‘ταν κι η Τάνια εδώ να μας κόβει απ’ το παράθυρό της και πέσαμε πάνω σ’ ένα μπλόκο από δέκα μαύρους και τους σκορπίσαμε σαν τα σκατά -Σπόρε πίσω μου φώναξε ο Μάνος και πέσαμε στην Πανεπιστημίου με δυο μπλόκα απέναντι. Μας είχε πάρει τώρα η κατηφόρα και το μίσος μάγκες πιάστε τα γεφύρια μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια πέσαμε όμως σε κάτι ζόρικους που σκόρπισαν σε μια στιγμή από τη σφήνα όμως αρπάξανε πίσω μας τον Μπογκομόλετς και τον Κωνσταντά -ο Βιθέντε έμεινε κοντά τους ουρλιάζοντας βοήθεια!… ο Μάνος έκανε πλάι απότομα οι άλλοι μας βεντάλια φύγαμε πάλι πίσω και κυκλώσαμε τους μπάτσους που ‘χαν ξαπλώσει κάτω τον Μπογκομόλετς και τον κλωτσάγανε κι ήταν κάτι γουρούνια του κερατά μα μέσα στην τσαντίλα τους τις ρίχνανε όλες ξώφαλτσες μέχρι που ο Γλίτσης έμπηξε τον σουγιά του στο πόδι του πιο κοντινού κι έπεσε ο μαλάκας κάτω -μανούλα μου με φάγανε φώναξε κι είδαν τα αίματα οι άλλοι και μας παρατήσανε για να τον σώσουν και πήραμε δρόμο κατά κάτω για το άλλο μπλόκο το Παλλάς έπαιζε Γίγαντα με τον Τζέημς Ντην -πατάτες ούρλιαξε ο Μίλτος και τους πλακώσαμε από μακριά φάγαν καμιά τριανταριά δώσε κι εμένα ρε μαλάκα φώναξε ο Βιθέντε που ήταν ορφανός από πατάτες και σκόρπισαν οι μαύροι πριν τσουγκρίσουμε απάνω τους. Τους αφήσαμε πίσω μας να ψάχνονται και στρίψαμε προς Καραγιώργη Σερβίας και δρόμο για Βουλής αριστερά και λίγο πριν τη βγούμε για Ερμού πέσαμε πάνω σε τρεις μπάτσους χαμούρηδες που τρέχαν κατά πάνω μας -πίσω στη στοά φώναξε ο Γιαννάκης που ερχόταν τελευταίος και γυρίσαμε για τη στοά στην Καραγιώργη μόνο που οι μπάτσοι σε λίγο κάνανε κάτι κουφά τρέχανε δίπλα μας παρείτσα και κοιτάζαν συνέχεια πίσω τους χεσμένοι και τότε φάνηκαν στη στροφή καμμιά κατοσταριά με κόκκινες σημαίες κι ελαφρό τροχάδην να ‘ρχονται προς το μέρος μας -σβουρίξαμε μες τη σκοτεινή στοά παρέα με τους μπάτσους λουφάξαμε στο βάθος μέχρι να στρίψει η μάζα προς το Σύνταγμα και να πλακώσει τα τραγούδια.
Άκουσα έναν θόρυβο και είδα τον Πωλ με τον Χαστούκη κρεμασμένους σα μαιμούδες να σέρνουν κατά κάτω με το βάρος τους το δικτυακό ρολό της στοάς οι μπάτσοι κάνανε να τρυπώσουν ανάμεσά μας να ξεφύγουνε μα τους στριμώξαμε δέκα εμείς τρεις αυτοί πλακώσανε τα κλαψομούνικα -γιατί ρε παιδιά Έλληνες είμαστε κι εμείς εντολές εκτελούμε ο Όλιβερ βγήκε μπροστά με ροκ σαλταρισμένα βηματάκια κι ανάποδα το μάτι σκέτο ασπράδι κι είπε σ’ ένα μπάτσο πως θέλει να του κόψει το αυτί με το ξυράφι κι ύστερα να πέσει ο καριόλης χάμω να το ψάχνει να το βρει να του το ράψουνε είχε βουρλιάσει κανονικά ο δικός μας και τον μάζεψε ο Μάνος. Στη γωνία ο Γλίτσης είχε βρει μια βρύση και ξέπλενε τα χέρια του από τα αίματα ο Βιθέντε πλησίασε ένα μπάτσο και τον έφτυσε στη μάπα έπεσε το σύνθημα και τους πλακώσαμε στις μυξάτες ρέχες τράβηξα κι εγώ ένα τάλιρο το ‘φτυσα μπήκε στη μέση ο Μάνος και τα’ άρπαξε στο μανίκι -τι κάνεις εκεί ρε Σπόρε? -φτύνω ρε μαλάκα κι εσύ κουνιέσαι -καλά σκουπισέ τα τώρα. Τους ρίξαμε και κάτι γρήγορα πατ-κιουτ και τους αφήσαμε να μαζεύουν τα καπέλα τους σηκώσαμε το δίχτυ της στοάς ορμήσαμε έξω στη κωλοπηλάλα και στη γωνία μας σταμάτησε ο Μάνος -μάγκες δε τρέχει τίποτα κουλάρετε -κι είπε μετά ο Μπογκομόλετς πάμε απέναντι στον Λουμποτέση για τυρόπιτες.
Μπήκαμε όλοι μαζί ξαναμμένοι στο μαγαζάκι ο Μάνος μέτρησε κεφάλια έβαλε και κάτι παραπάνω -15 τυρόπιτες είπε στον τύπο μετά τις έπαιρνε μία μία και τις μοίραζε αυτές που περισσεύανε του είπε βάλτες σε μια σακκούλα και βγήκαμε έξω ο τύπος μας πήρε στο πεζοδρόμιο -τα λεφτά ρε παιδιά -ποια λεφτά ρε μαλάκα? -ναι ρε μαλάκα ποια λεφτά? Δε ντρέπεσαι λιγάκι του ‘πε ο Μίλτος εδώ σκοτώσανε τα παιδιά στην Κύπρο κι εσύ ζητάς λεφτά για τις τυρόπιτες -ίσα ρε μπάτσε της τυρόπιτας του κανε ο Μπογκομόλετς και τον στρίμωξε στη τζαμαρία τι γουστάρεις τώρα να σου το κάνω το μαγαζί λαμόγιαλο? -εντάξει ρε παιδιά τι κάνετε έτσι κερασμένα -τι κερασμένα ρε μαλάκα η Κύπρος είναι ελληνική.
-εντάξει ρε παιδιά.
-πες το ρε μαλάκα.
-η Κύπρος είναι ελληνική εντάξει ρε παιδιά κερασμένα είναι.
-άντε ρε μαλάκα κόβε τώρα λάσπη.
Στα πάνω πέφταν σύννεφο τα δακρυγόνα και ουρλιάζανε οι αύρες είχε σουγιαδιάσει κι ο Πωλ τον μπάτσο δεν είμαστε για παρά πέρα κι είπαμε να πάμε προς Μοναστηράκι βόλτα στο μαγαζί του λαθρέμπορα του παππού μπας κι έφερε κανα μπλου-τζην καινούργιο τίποτα φανελάκια Φρουτ οφ δε λούμ κανα Παλλ Μαλλ.
Στην πλατεία πριν την Ηφαίστου είχαν αράξει κάτι μουνάκια απ’ το θηλέων της Πλάκας και το ‘παιζαν σαλιγκαράκια στον ήλιο το παίξαμε κι εμείς γαμπροί και πολύ στο σκληρό -τους γαμήσαμε τους μπάτσους τους δείξαμε και τις πατάτες με τα ξυραφάκια σαλτάρανε οι χαζοβιόλες κι εκεί χτύπησα και τη Δώρα κοκκινομάλλα 1 και 70 παίδαρος -τι παίδαρος σημαιοφόρος η πουτάνα θεογκόμενα. |
Κι όλο αυτό πήγαινε στα κωλόπαιδα της Βούτας, στα φρικιά της Ουτοπίας στο Μπραχάμι, στα ροκαμπίλια της Wing στη Καλλιθέα και τους πεθαμένους της Ακροβάτισσας στη Ν. Σμύρνη, στο Skylab της Πλάκας -που άκουγα μα δεν πρόλαβα να γνωρίσω, στα μέταλλα της Best και τους ροκάδες της Doors στην Ηλιούπολη, στην κατάληψη του happy family στα ΤΕΙ Πειραιά, στα φρικιά της Libo στη Καβάλας, στους περιστεριώτες γκαζοφονιάδες του Πατατρακ, στους απίστευτους θαμώνες της Prema στα Λιόσια, στους περίεργους τύπους της παλιάς υπόγειας Blues στη Πανόρμου, στους πειραιώτες από το Διαχρονικό, στους εναπομείναντες γέρους στο Ξεχασμένο Πηγάδι στα Πατήσια, στα χουλιγκάνια της Crazy στο Χαλάνδρι, στους νότιους της Spider στη Γλυφάδα, στις παρέες από το Μουσικό Καφενείο, τη παλιά Jasmin και το Σιντάρτα σε Ζωγράφου - Ιλίσσια - Γουδί, στους πάνκηδες του Άλλοθι , στο μανιασμένο χορό που ρίχναμε στο Παλιακό, στους βαρεμένους με stones του L.A., τους μηχανόβιους του παλιού Stand (ή Lucky Luke?) και τους σαλταρισμένους της Οκτάνας στα Εξάρχεια, στους μεσημεριανούς ταβλαδόρους του Ρούσσου στη πλατεία, στα ακατάσχετα πιώματα της Prisma και στους μεθυσμένους στο Μπαράκι του Ν. Κόσμου και στη Lion, στις δεκάδες συναυλίες που έζησα στα Προπύλαια, σε όλες τις ανακατεμμένες παρέες στο ασφυκτικό Μποχώρι που μεγάλωσα στην Ιπποκράτους και στο φίλο μου το Μήτσο που θα τον θυμάμαι πάντα καβάλα στη R51…
Κεφ. 59
Σελ 435-436
Ο Μάνος πήγε και κάθισε μόνος του παρακάτω σκούπισε τα πόδια του κι άρχισε να φοράει τις κάλτσες ανακάτεψα τα μαλλιά μου να πέσει η άμμος ο Βιθέντε είχε γείρει το κεφάλι του και το χτυπούσε από το πλάι να πέσει η άμμος απ’ τα’ αυτί του ο Μάνος σηκώθηκε και τράβηξε για τη θάλασσα…
Μετά από λίγο πήγαμε κοντά του ο Βιθέντε πήρε άκρη άκρη στην αμμουδιά λίγο θάλασσα στις χούφτες του την έριξε μέσα στην μύτη του και μετά φύσηξε να φύγει πάλι η άμμος.
Κάθησα κάτω κι έβγαλα τα τσιγάρα απ’ το μπουφάν μου άναψα και κοίταζα τον ήλιο που πήγαινε να δύσει ο Μάνος σύρθηκε κι άραξε δίπλα μου ο Βιθέντε ξαπλωμένος στην άμμο πάλευε με τις κάλτσες του.
-τι ώρα είναι? Ρώτησε.
-πάει για μούχρωμα ηλιόγερμα δειλινό δείλι είπε ο Βιθέντε.
-δε μου λες ρε φίλε του ψιθύρισα κι έγειρα λίγο κοντά τι τρέχει κάτω στις ακτές της Αφρικής?
Συνέχεια… ↓↑
Ο Βιθέντε τσίμπησε σηκώθηκε με την κάλτσα στο χέρι κι άρχισε ν’ απαγγέλλει προς την θάλασσα -κάπου στις αχτές της Αφρικής -πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι. -Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι -και τα’ ωραίο γλυκό της Κυριακής. -Κόφ’ το ρε φίλε πετάχτηκε ο Μάνος δε γουστάρω τώρα τέτοια.
-καλά ρε φίλε μουρμούρισε ο Βιθέντε μουδιασμένος δεν σε είπαμε και καμπούρη και κάθισε πάλι στην άμμο να βάλει την κάλτσα του.
-τι κωλόπαιδα που είστε μουρμούρισε ο Μάνος κι έβαλε τα γέλια και μετά ρώτησε τι ώρα είναι. Κοίταξα το ρολόι μου…
-τον ήλιο κοίτα ρε Σπόρε.
-πάλι τα ίδια ρε φίλε είπαμε το Σπόρος κομμένο με λένε Ελένη και θα βρέξει.
Δε μου απάντησε.
Είχε σηκωθεί μια μικρή υγρασία σέρνοντας φρέσκια μυρωδιά πρασινογάλαζα φύκια και πάνω στα βράχια στο τέλος της αμμουδιάς κάτι θαλασσινές κουμαριές είχαν κι όλας σκοτεινιάσει -τα πρόσωπά τους απ’ τη δύση κόκκινος χαλκός στα μάτια πράσινες ρωγμές σημάδι κάποιων χρόνων υγρασίας.
-τον ήλιο κοίτα ρε φίλε.
Έσβησα το τσιγάρο μου σηκώθηκα πήρα το δρόμο πίσω να περάσω τη μεγάλη άμμο να βγω στη δημοσιά για την αφετηρία όμως αυτοί μ’ αφήσανε και μείνανε σα πετρωμένοι να κοιτούν τη θάλασσα τους φώναξα μια δυο φορές μα δεν ακούσανε -θα με προλάβουνε στο λεωφορείο σκέφτηκα κι αν το χάσουν θα με βρουν στο Στέκι -όπως και να ‘ναι πάντως κάπου θα βρεθούμε.
Τον ίδιο χρόνο πέθανε κι ο Έρρολ Φλυνν.
Τελικά ο γέρος μου σαν να ‘χε δίκιο όταν μου ‘λεγε πως όλες οι βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από την πρώτη.
Ήτανε η εποχή τότε που είχαμε άφθονο ροκ εντ ρολλ ελάχιστο σεξ και καθόλου ναρκωτικά.
Παρ’ όλ’ αυτά νομίζω πως δεν τα πήγαμε και τόσο άσχημα… |
Για την -κακή- αντιγραφή ευθύνομαι εγώ εκτός από το πρώτο κεφάλαιο το οποίο αντέγραψα από τον Motorcycle Boy ο οποίος έχει γράψει ακόμα ένα απόσπασμα εδώ ενώ έχει ρίξει τη στεκιά του κάπου εδώ. Αν θες υπάρχει ακόμα ένα απόσπασμα στον Mac Manus ενώ αν είσαι αχόρταγος μπορείς να διαβάσεις ακόμα ένα κεφάλαιο στον Γιάννη Καφάτο ώστε μετα να συνεχίσεις στο αφιέρωμα του Ελεύθερου Τύπου και να κατεβάσεις μερικά αποσπάσματα σε PDF. Μην παραλείψεις να διαβάσεις το υπέροχο αφιέρωμα από τον Kριτικό , την γαμάτη παρουσίαση από τον Vlaxo και την παρουσίαση από τον Δ. Αναστασόπουλο στην Ε. Το βιβλίο μπορείς να το αγοράσεις online από την Greekworks.com.
See you, in hell darling…
01-08-2008 @ 19:24
Ειδικά το κεφάλαιο 20 που βάζεις εδώ ισως πρέπει να το ξαναδιαβάσουν τύποι σαν τον Μότορσάικλ ή σαν κ σένα που πάντα έχετε έτοιμη απάντηση για να μοιράζετε αφορισμούς στους πάντες. Π.χ. Πανούσης, μένος για τους καλλιτέχνες γενικότερα (σε σχόλιο του Μοτορσάικλ στη Μανταλένα που με τρόπο έλεγε ότι στην ουσία είναι άχρηστοι)
όταν λοιπόν κάποιοι θέλουν με τη δύναμη του λόγου μπορουν να βρουν σκάρτα τα πάντα και να περιορίζονται στο να κριτικάρουν
Και μένα μου ‘ρχεται πάλι στο μυαλό αυτό Ντιούσντ….
“Είναι όμως πράγματι αλήθεια πως πολλές φορές μας βολεύει να βλέπουμε γύρω μας μια κόλαση…”
Υ.Γ. μου εκανε εντύπωση όταν το διάβασα αυτό γιατί κ εγώ έχω διαβάσει κάποια βιβλία του Χάμσουν (που τα λάτρεψα), όπως επίσης μου αρέσε ο Νταλί, για τον οποίο είναι γνωστά κάποια πραγμ..
όπως επίσης ξετρλάθηκα με το βιβλίο του Νικολαϊδη ή με τον Μπονιουέλ και πολλούς άλλους. Έκανα το λάθος σε συζήτηση (με αριστέρους να τα αναφέρω) και μου άρχισαν το φασιστικό κυρηγμα….!? η αλήθεια είναι ότι για τον Νταλί δεν ήξερα ή για κάποιους άλλους , βέβαια ήταν έτοιμοι να μου δώσουνε λίστα για το ποιοι θα έπρεπε να μου αρέσουν!?
01-08-2008 @ 19:54
To Skylab ήτανε σκέτη πέτσα -τζάμπα ύφος και ντεμέκ επανάσταση καλύτερα που δεν το πρόλαβες. Το Λούκυ Λουκ ήταν παρακμή, όσο το θυμάμαι και η Ακροβάτισσα είχε τις πιο ερωτεύσιμες γκαρσόνες που έχω δει ποτέ. Ξέχασες τον Πήγασσο και το Βιτόφσκι -ε;
Κατά τα υπόλοιπα “με λένε Ελένη και θα βρέξει”
Nadiya να ξαναδιαβάσω το κεφάλαιο 20 λες, έτσι; Άσε μας ρε φιλενάδα -και η σαχλαμάρα έχει τα όριά της. Και έλεγα οτι οι καλλιτέχνες είναι άχρηστοι -ναι; Αλλά με τρόπο, να μην καρφωθώ! Ρε συ ποιος είσαι ο “Φράνσις το σοφό γαϊδούρι που όλα τα ξέρεις” πια; Περί Πανούση -δεν τον γουστάρω και τον θεωρώ λιανοπωλητή επανάστασης με το τεμάχιο “πάρε-πάρε, 10 φράγκα η μελιτζάνα”. Γνώμη μου είναι -απαγορεύεται να την έχω;
Και κάτι τελευταίο. Μπορεί ο Πάουντ να το γύρισε στο φασιστιλίκι, μπορεί κι ο Ιστάρτι να έκανε το ίδιο, μπορεί ο Νίτσε να έπαθε σύφιλη και ο Νταλί να κάβλωνε με τον Φράνκο αλλά αυτό δεν έχει σχέση με την καλλιτεχνική τους (ή την επιστημονική τους) δημιουργία.Να στο κάνω πιο λιανά; Ανάμεσα στις παπαριές της Σώτης (είμαι και γαμώ τις ανάρχες) Τριανταφύλλου και στα βιβλία του Πάουντ ή τα φιλμ της Λένι Ρίφενσταλ προτιμώ σαφώς τα δεύτερα κι ας ήταν άρρωστη με τον Χίτλερ η Λένι και φασίστας στα τελειώματα ο Έζρα. Κι αν αυτό με κάνει φασίστα, ή κομμουνιστή, στα μάτια σου να πας ν΄αλλάξεις μάτια -δεν μπορώ να σε βοηθήσω περισσότερο.
01-08-2008 @ 20:18
Ναι με λίγα λόγια εγώ σου λέω ότι τίποτα δεν είναι Μαύρο-Ασπρο.
Και επειδή έχω ακόμα στο μυαλό μου το προηγούμενο ποστ και την όλη συζήτηση από κάτω ξαναβάζω και σε απαντηση του Ντιουσντ για το προηγούμενο τσίρκο, πάλι αυτό
“Είναι όμως πράγματι αλήθεια πως πολλές φορές μας βολεύει να βλέπουμε γύρω μας μια κόλαση…”
Τα χεις πάρει και εγω δε γουστάρω αλλο αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις. Κι ούτε με νοιάζει να απόδείξω τίποτα. Για τους αφορισμούς που έχω δει κατα καιρούς μίλησα και κυρίως σε ανθρώπους υποστηριχτές ιδεολογιών είτε αριστερών είτε κεντρώων είτε δεξιών.
01-08-2008 @ 20:48
Εντάξει μωρέ -καλό σου ταξίδι.
04-08-2008 @ 11:49
(Είναι μπανάλ να το πω; ) Μακάρι να διάβαζα τέτοια κείμενα πιο συχνά εδώ γύρω στα μπλογκ.
Νά ‘σαι καλά!…
υγ. Πάρε την μοναχικότητά σου κι ένα σλίπινγκ μπαγκ και ξανακατέβα άμεσα. Αλλιώς, θα την χρωστάς για του χρόνου.

04-08-2008 @ 13:41
Με εσάς εκεί στο νότο έχουμε ανοίξει παρτίδες πλέον, περιμένω από το ακούραστο δίδυμο να σχεδιάσει νέα απόβαση αλλά είναι που έχουμε και το μέτωπο του βορρά…
04-08-2008 @ 20:33
Ω ρε πούστη μου, μπλεξίματα μυρίζομαι πάλι! Και σαν το βλάκα με τη μπανανόφλουδα -”πάλι θα την πατήσω”
05-08-2008 @ 16:55
Χμμμ… όποιος κάνει παρέα με τον Μότορ γίνεται κι αυτός σεντονιστής…
Κατά τ’άλλα θα συμφωνήσω με τον Σκιές…
05-08-2008 @ 23:20
Exω εντολή να σ’ ευχαριστήσω αυτοπροσώπως μιά και δεν σου λένε αυτά που σου στέλνω… πολύ όμορφο το κομμάτι για το Μοντεζούμα… νομίζω πως όλοι μας το ευχαριστηθήκαμε και παρ’ όλο που η ατμόσφαιρα ειναι βροχερή, διαβάζεται το καλοκαίρι άνετα… Να περνάς καλά και να σε δούμε κάποτε…
05-08-2008 @ 23:32
Αλήθεια αυτό το κορίτσι η Nadiya μου θυμίζει κάποια Εll που έγραφε σχόλια στον Motocycle Boy… Θάπρεπε να σταματήσεις να μιλάς σε αριστερούς κορίτσι μου, νομίζω πως δεν σου πηγαίνει το μοντελάκι… το ίδιο φασίστες είναι και με τους υπόλοιπους… Βρές κάνα αναρχοποιητή να μιλήσετε για τέχνη και κιν/φο και ό,τι προκύψει στο μέλλον θάναι ξεχωριστό! Στο εγγυώμαι!
06-08-2008 @ 09:51
Τhe future ain’t what it used to be…
Πρόλαβα να βρεθώ σε Wing , Doors, Blues (στη Βατοπεδίου ήταν το υπόγειο) , στο Ξεχασμένο Πηγάδι έπαιξα , στην Crazy μεγάλωσα , στο Μουσικό Καφενείο αρχισα να αφήνω μαλλί, στη παλιά Jasmin μεθούσα, στο Άλλοθι ακουσα Cure , στο Παλιακό (;) τι μου θυμίζει το όνομα; , στο L.A. πήγαινα με γκομενίτσες, τα είχα με την DJ της Οκτάνας όταν μέναμε απέναντι από το μπαρ, στα Προπύλαια - θυμάμαι Βαγγέλη Γερμανό να βρίζει τους μπάτσους!, στο Μποχώρι δεν πέρναγα ούτε απέξω… αλλά είχα φτάσει μέχρι Ελευσίνα, στον “Ρουφιάνο”…
Ωραία χρόνια, όταν πιστεύεις ότι τα πάντα μπορούν να αλλάξουν. Τώρα, μου αρκεί να μην αλλάξω εγώ.
06-08-2008 @ 11:28
Fidel δεν κατάλαβα τι “δεν μου λέει” αλλά κάτι θα ‘χεις στο νου σου. Κανόνισε τώρα ν’ απαντάς στη Nadiya, στη γωνία σε περιμένει!
Paper εδώ το σεντόνι χρειαζόταν, δεν γινόταν διαφορετικά.
Mike, Βατοπεδίου ήταν το Blues, σωστα! Το Παλιακό ήταν το μαγαζί του Φελέκη στη γωνία Ερεσσού, σίγουρα θα ‘χες κάνει μια τουλάχιστον βόλτα. Ελευσίνα κάτι υπήρχε, κάποτε είχα πάει κάπου αλλά δεν θυμάμαι τίποτα! Λίγο πιο “χαμηλά” όμως ήταν η Βαβέλ στο Ξυλόκαστρο!
06-08-2008 @ 18:32
Ναι, θυμάμαι οτι είχε κι ένα γαμώ τα ροκάδικα στους Γαργαλιάνους! Ρε άντε σοβαρευτείτε! Αντί να αναπολήσετε τους Παρθενώνες της γενιάς μας, τη Jacky O, τη Dorian Gray και τη Μπαρμπαρέλα -έχετε πιάσει τα βρωμομάγαζα με τους άπλυτους!
Deuced το Spitfire άτομο από πάνω ήθελε να σου στείλει ευχαριστήρια μέσω αντιπροσώπου (μπορείς να με λες κι έτσι δεν παρεξηγούμαι), αλλά το ξέκοψα. Εγώ κάνω μόνο μεταφορές πολυτελείας και είμαι και ακριβός.
07-08-2008 @ 16:16
Deuced, εννοείται ότι δεν γινόταν αλλιώς κ εννοείται ότι θα το αγοράσω αν το βρω στα βιβλιοπωλεία.
ΥΓ: Υποψιάζομαι ότι ο Μότορ συχνάζει στη Boom Boom τα Σαββατόβραδα….
12-08-2008 @ 20:30
Βρέιιιιιιιιι,πούστε ρε κολλημένοι;
Χαθήκαμε πιά.
Έβλεπα ολυμπιακούς αγώνες που λέτε χθές και σας θυμήθηκα.
Κρίμα,σκέφθηκα,που δέν έχει γίνει ακόμη η παπαρολογία ολυμπιακό άθλημα,να πάνε ο καπετάν ντιούσντ και ο μοτοσυκλέτας να μας φέρουν το χρυσό.
Τι έγινε ρε,μαζεύεστε ακόμη και πίνετε μπύρες;
Τι ωραίο γκάλοπ δουλεύετε αυτό τον καιρό;
Ο ανηψιός καπετάνιο έχει βάλει μυαλό ή ασωτεύει ακόμη;
Δώστου πέντε φάσκελα από τον θείο άμα τον δείς.
Το λοιπόν πολύ χάρηκα που σας ξανάδα και είστε καλά.
Άντε γειά,να περνάτε καλά και τα ξαναλέμε τα χριστούγεννα.
Έ,όχι να φύγω και έτσι όμως.
Να πώ και εγώ την παπαριά μου μιάς και μπήκα,να μήν την πώ;
Το λοιπόν,στον ωραίο σας ψιλοτσακωμό με την ναντίγια,θα πάρω το μέρος της,με το σκεπτικό ότι όποιος πάει κόντρα με τον κολλημένο,τον μοτοσυκλέτα,θα έχει δίκιο σίγουρα.
Θα μου πείτε βέβαια,μα αποκλείεται ρε άσπικ ο ντιουσντ και ο μοτοσυκλέτας παρότι κολλημένοι να έχουν δίκιο και αυτοί μερικές φορές σε κάποια πράγματα;
Και βέβαια αποκλείεται,γιατί οι άνθρωποι μιλάνε πάντα αυτά που είναι,ενώ θέλουν να είναι αυτά που δέν μιλάνε.
Μπερδεμένο βέβαια,ίσως λίγο ισοπεδωτικό στην κρίση μας για τους άλλους,μπορεί και φασιστικό,όμως είναι αλήθεια ότι οι μαύροι άνθρωποι θα πούν για τα μαύρα πράγματα,οι λευκοί για τα λευκά και οι κίτρινοι για τα κίτρινα που λέει ο λόγος,επειδή οι μαύροι θέλουν να είναι λευκοί,οι λευκοί κίτρινοι και οι κίτρινοι μαύροι (οι ερυθρόδερμοι μένουν ώς έχουν).
Και άν ακούσετε να λένε οι λευκοί για τα μαύρα,οι μαύροι για τα κίτρινα και οι κίτρινοι για τα λευκά,τότε θα πρέπει να την ψιλιαστείτε χοντρά την δουλειά.
Τουτέστιν άν ο νταλί υποστήριζε τον φράνκο,μεγάλο μέρος των καλλιτεχνών και των διανοούμενων της εποχής υποστήριζαν τον χίτλερ,όπως και η γενιά του τριάντα εδώ στην ελλάδα υποστήριζε τον μεταξά,οποιαδήποτε άποψη της μοδός που θέλει τον διαχωρισμό έργου και καλλιτέχνη είναι θεολογικού χαρακτήρα και παραπέμπει στο μεταφυσικό μυστήριο της αγίας τριάδος.
Επειδή όμως όπως έλεγε και το παλιό τραγουδάκι,του καθενός δικός του είναι ο σταυρός δικός του και ο ώμος,έτσι δέν θα γίνουμε θεοί εμείς να τον δικάσουμε,να τον αθωώσουμε ή να τον καταδικάσουμε,λέγοντας κάτι άλλο από αυτό που βλέπουμε,και βλέποντας κάτι άλλο από αυτό που λέμε.
Δηλαδή,το περιεχόμενο τελικά είναι κενό νοήματος χωρίς την μορφή,μήν πούμε και το πιο σωστό,ότι η μορφή είναι και το περιεχόμενο τελικά ενός πράγματος.
Και έτσι λοιπόν,άν ο γεωργιάδης είναι ο γεωργιάδης,τότε και τα βιβλία που εκδίδει θα είναι τα βιβλία-προιόντα που εκδίδει ο γεωργιάδης,και όταν του τα καίμε,είναι γελλοίο να υποστηρίζει κάποιος ότι καίμε τον πλάτωνα ή τον θουκυδίδη,παραπέμποντας και πάλι την όλη υπόθεση σε θεολογικούς μεταφυσικούς συμβολισμούς,του στύλ ότι το τζάμι και το ξύλο της εικόνας της παναγίας στις εκκλησίες είναι εξίσου ιερά με αυτό που απεικονίζουν και κανείς δέν έχει δικαίωμα να ασεβεί πάνω τους.Και με αυτό το σκεπτικό,ασφυκτιώντας από όλα αυτά τα βαρειά ιερά σύμβολα γύρω μας,καμμιά πολιτική πράξη δέν θα είναι δυνατή,και η ζωή μας η πραγματική μας ζωή,θα πρέπει πάντα να υποχωρεί και να μαραζώνει από την συμβολική,μετασχηματίζοντας έτσι την πραγματική σε συμβολική και την συμβολική σε πραγματική.
Ποιά είναι η πραγματική μας ζωή και ποιά η συμβολική;
Και τελικά θα χάνουμε το νόημα των πραγμάτων,όπως ο ντιούσντ χάνει το νόημα των βιβλίων,τα ειδωλοποιεί,τα κάνει χάντρες και καθρεφτάκια,προσπαθώντας να εξευμενίσει έτσι τον στοργικό θεό του πολιτισμού για να τα χει καλά μαζί του,μήπως τον βάλει να καθήσει στα δεξιά του (στα δεξιά όμως μπαίνουμε,στα αριστερά όπως βγαίνουμε).
Καταντάει δηλαδή ένας μικροαστούρας,που πίσω από την δήθεν αλληλεγγύη για την κατώτερη τάξη κρύβει την μεγάλη του λαχτάρα να γίνει μεγαλοαστός (τον ραφαηλίδη που επικαλείσαι καπετάνιο να τον διαβάζεις καλά και όχι επιλεκτικά).
Και θεωρεί ασέβεια το κάψιμο των βιβλίων,διότι του φαίνεται αδιανόητο το ότι τα βιβλία υπάρχουν ακριβώς για να καίγονται και η ανάγνωσή τους δέν είναι τίποτα άλλο,από τα διάφορα χαμόκλαδα και θαλειές που μαζεύουμε γύρω του για να το κάνουμε λαμπάδα.
Άν δέν θές να κάψεις ένα βιβλίο,καπετάνιο,ποιός ο λόγος να το διαβάζεις;
ΥΓ Ο νικολαίδης πάντως φαίνεται αρκετά επηρεασμένος από τα αμερικάνικα γουέστερν της εποχής,με τις συμμορίες των παράνομων πιστολέρο που απεχθάνονταν τον νόμο του σερίφη,αλλά παράλληλα ποθούσαν τόσο πολύ και μιά θέση βοηθού δίπλα του (άν όχι και την ίδια την θέση του σερίφη).
Μιά μικρή αντιστροφή του αφηγηματικού του κόσμου χρειάζεται,για να δείς τον σερίφη να γίνεται πιστολέρο και τον πιστολέρο σερίφη.
Ενώ ο νόμος δέν είναι τίποτα άλλο,από την ποθούμενη γκόμενα,χορεύτρια στο καν καν,που καυλώνει το μεθυσμένο κοινό της και ανάβει καυγάδες και πιστολίδια.
Φταίει η χορεύτρια;
Φταίνε οι πιστολάδες;
Φταίνε οι σερίφηδες;
Φταίμε εμείς οι (βιβλιο)χαρτοκλέφτες;
Ή μήπως φταίει ότι κανείς δέν πυροβόλησε ακόμη τον πιανίστα για να τελειώσει αυτή η μουσική παράσταση;
Πυροβολείτε τον πιανίστα λοιπόν.
Στην ανάγκη και τον μπασίστα.
14-08-2008 @ 10:16
my hero!!!!!!!!!
14-08-2008 @ 11:49
Είδες τώρα τι τραβάμε? Έρχεται ο αγρότης από το πουθενά με τον αέρα του διάσημου να μας κοροϊδέψει. Ε βέβαια, ενώ εμείς έχουμε μια παράγκα εδώ πέρα που μπάζει από παντού, “άλλοι” παίρνουνε τους χώρους στα Βόρεια Προάστια τζάμπα! Ας είναι καλά ο ανιψιός σου που σαρώνει όλο το δίκτυο να σ’ εντοπίσει και μόλις σε βρήκε δε κρατήθηκε από τη χαρά του και μου το “σφύριξε”.
Τώρα βέβαια, όλοι οι συνομιλητές σου εκεί φοράνε γραβάτα κι είναι χειρότεροι μικροαστοί από μένα (η Ναντίγια έχεις δίκιο, δεν είναι μικροαστή, πλουσιοκόριτσο από τα βορεινά Β.Π. κι όλας, γι’ αυτό άλλωστε έχει τέτοιες απόψεις, της φαίνονται όλα μια ρομαντική επαναστατική περιπέτεια) κι εσύ βλέπω με δυσκολία τα καταφέρνεις να μη τους στείλεις στο διάολο (που θα το κάνεις αργά ή γρήγορα γιατί είσαι αδιόρθωτος και βρωμόστομα) αλλά σ’ αυτό σου το σχόλιο απέτυχες να καταδείξεις αυτό που ήθελες να πεις γιατί… δεν είπες και τίποτα πέρα από το να θέσεις ένα αμπελοφιλοσοφικό ερώτημα: Ποιά είναι η πραγματική μας ζωή και ποιά η συμβολική; δηλαδή ρώτησες κάτι σαν Να ζει κανείς ή να μη ζει? το οποίο τελικά ανάγεται στο Η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό την κότα? και κοίτα να δεις που θα μας το γυρίσεις στο θεολογικό αν συνεχίσεις! Βέβαια πουθενά δεν είπα πως απαγορεύεται να καίμε τα βιβλία, ούτε τα θεοποιώ, όπως ισχυρίζεσαι, αναρωτήθηκα μόνο:
Είναι αλήθεια όμως πως αυτό είναι μικροαστισμός γι’ αυτό άλλωστε εγώ που τα λέω αυτά είμαι μικροαστός, ενώ το να καις τα βιβλία του απεχθούς βιβλιοπωλείου είναι μια υπέροχη επαναστατική πράξη, γι’ αυτό αυτοί που το κάνουν θεωρούνται η αφρόκρεμα της επανάστασης (εδώ να δεις γέλια που θα κανε ο Ραφαηλίδης!).
ΥΓ: Mα κι εσύ ρε mploum αμέσως να ψαρώσεις από τον τηλεοπτικό αστέρα, χορεύτρια του καν καν είσαι? Jesus!
14-08-2008 @ 12:34
wraios eisai ki esy deuced…epeidh den eixes kanena sovaro epixeirima na antiteineis s’auta pou egrapse me to gnwsto pneuma antilogias o aspik(pou omologoumenos, omws, exei xasei ti forma tou-aaaaa ola ki ola) mpikes fortsatos na ton krineis gia ton xwro pou epelekse n’aplwnei ta sentonia tou. Oso den tous vazei mantalakia, opou kai na t’aplwnei kathara tha einai.
p.s. kai i paragka, an thes na ksereis, psilotrendizei me tin kainouria tapetsaria pou tis evales.
mploum
18-08-2008 @ 09:17
Κατά πως φαίνεται, αυτός ο Aspic δεν έχει δει το “Pat Garrett and Billy the Kid” σε αντίθεση με τον Νικολαϊδη που το ήξερε μια χαρά το στόρυ. Έτσι έχουμε μια ακόμα κλασσική παπαρολογία του άσχετου που λυσσάει να το παίξει σχετικός. Αστεία πράγματα ή απλώς σαχλαμάρες για να περνάει η ώρα; “Μη δίνεις σημασία”.