
Όλα άρχισαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Πέρυ Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα. Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις…
Εντάξει, ξέρεις τώρα πως είναι, έρχεται ένα γαμημένο καλοκαίρι, ζεις λίγες στιγμές και νιώθεις πως τελειώνει πριν προλάβει καν ν’ αρχίσει. Κι έχεις τη ζέστη της λεωφόρου να σου θυμίζει πως μόλις πέρασε ο Ιούλης μα από το “τηγάνι” δεν υπάρχει περίπτωση να βγεις πριν το Σεπτέμβρη. Μένει μόνο ν’ αναρωτιέσαι τι διάβολο πήγε στραβά…
Κεφ. 1
Σελ. 1-5
Όλες οί βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από τήν πρώτη.
Ήταν ή εποχή που είχαμε άφθονο ρόκ ν’ ρόλλ, ελάχιστο σεξ καί καθόλου ναρκωτικά.
Πάρ’ όλ’ αυτά νομίζω ότι δέν τά πήγαμε καί τόσο άσχημα.
Συνέχεια… ↓↑
Κατέβαινα κουτρουβαλώντας τή μεγάλη χωμάτινη κατηφόρα πλάϊ στά Τουρκοβούνια καί πίσω μου λαχάνιαζε ή Μπέττυ καί γκρεμοτσακιζότανε πάνω στίς ψηλοτάκουνες γόβες της γκρί σουρί σουέτ.
Μόλις είχα ρίξει μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα καί χρυσαφένιος κ’ ελαφρύς σάν τόν Ντόν ντέ λ’ Όρο μέ βίτσιζε στό πρόσωπο τό τέλος τού Νοέμβρη καί όλα αυτά γιατί μόλις είχα ρίξει ένα γερό γαμήσι στή Μπέττυ που έβριζε πίσω μου γιατί είχε μπλεχτεί σέ κάτι πικραγγουριές δίπλα στό ρέμα.
Αφήσαμε στό πλάι τά παραπήγματα τού Πολυγώνου καί πήραμε τόν μαλακό δρόμο γιά τό λοφάκι τού Γκύζη νά πέσουμε έτσι στήν αλάνα δίπλα στό Πάρκο πίσω απ’ τήν παράγκα τής Λήθης τέσσερα αναχώματα μετά κ’ έξω απ’ τή μικρή αυλή τής Μόλλυ.
Τίς Κυριακές ή Μόλλυ φορούσε κάτι πουλοβεράκια ανγκορά πότε ένα ρουμπινί καί πότε ένα πράσινο αχνό σέ χρώμα ραδιοφωνάκι βακελίτη που τάραζε καί ξεσήκωνε ένα πετάρισμα στό στομάχι μου κι αυτή που τό καταλάβε τίς Κυριακές φορούσε πάντα τό πράσινο.
Θά ’πρεπε τό θέμα νά μέ ψυλλιάσει αλλά ή Μόλλυ ήτανε καλό παιδί κ ή Μπέττυ σταθερό γαμήσι έστω κι άν μού ’ριχνε τέσσερα χρόνια καί τό ’παιζε μπεμπέκα κ᾽ εγώ ήμουνα στά δεκαπέντε κ’ ήθελα δράση κι όχι χεράκι χεράκι μέ τή Μόλλυ στόν Λυκαβηττό καί τί ’ναι ό έρωτας ασπασμός τών αγγέλων πρός τ’ άστρα.
Έπειτα ή Μπέττυ ήτανε μιά χαρά γκόμενα. Άδειαζε παγόνερα στό καταχείμωνο πάνω στά βυζιά της νά τά κρατάει σφιχτά μέ ρόζ ρογούλες μυτούλα ρετρουσέ μακριά κανιά ψηλόκωλη αλλά ήτανε καί πολύ ζηλιάρα ή καριόλα. Μέ χαρτζηλίκωνε όμως καλά καί τρώγαμε συχνά τά μεσημέρια μετά τό σχολείο μου στό Αχαΐα-Κλάους σωστός νομίζω.
Πρίν ένα μήνα μού ’φερε δυό γυμνές φωτογραφίες της νά τραβάω μαλακία κι αυτό μέ συγκίνησε πολύ. Τίς έκρυψα κάτω από τό στρώμα μου καί πρώτη φορά όλα καλά. Τή δεύτερη εκεί που τόν έπαιζα έπιασα κάτι που δέν γούσταρα. Ήτανε σέ μία πόζα καθιστή στήν άμμο μέ πόδια ανοιχτά καί τό μουνί της πιάτο στό φακό κ’ εντάξει αυτό τό ’κανε γιά πάρτη μου αλλά τό σούπερ καβλωμένο ύφος στή μάπα της τί ρόλο έπαιζε;—στόμα μισάνοιχτο χείλη χαλαρά κι απέξω νά κρέμεται ή γλώσσα παράλυτη λειρί ψόφιο θολό τό βλέμμα καί μάτια σκέτη βλεφαρόπτωση σά νά ’χε φάει ροπαλιά στό κρανίο τό μουνόπανο—δευτερόλεπτα πρίν τή φωτογραφία ό τύπος πίσω απ’ τόν φακό τής τόν κάρφωνε στά σίγουρα.
Τότε ξύπνησε μέσα μου ένα δεκαπεντάχρονο κυνικό καθήκι σέ δυό επιλογές νά τή σουτάριζα αφού τήν πλάκωνα καί τήν έκανα ίσα μ’ ένα άλογο αλλά πάλι σέ καμμιά κουφάλα θά ’πεφτα μέ νούμερα τρελλά κι άντε νά βρείς τό στέντυ πήδημα στίς μέρες μας ή νά συνέχιζα νά τή γαμώ σά νά μήν τρέχει τίποτα καί νά κυκλοφορώ σέ στύλ—τί έχεις αγόρι μου απόψε;—λίγο θλιμμένος είμαι τίποτα δέν έχω—μά κάτι τρέχει κουρκουμπίνι μου—τίποτα γουστάρω κανά σινεμά κ’ ύστερα μέ ταξί στήν παραλία. Μέ τό ταξί χλώμιαζε κομμάτι αλλά ή καψούρα τήν καπάκωνε.—Κ’ έτσι κ’ έγινε.
Γιατί τελικά τό θέμα είναι νά ξέρεις ότι οί άλλοι δέν τό ξέρουν καί τότε στό φινάλε γίνεται καλό παιχνίδι.
Μερικές μέρες μετά παρέα μέ πολλούς μάγκες τού Πέμπτου τής Τοσίτσα κι άλλους απ’ τή Λεόντειο τό Βαρβάκειο τό Τρίτο από τή Λιοσίων κ’ ένα σωρό μουνάκια απ’ τό Θηλέων τής Νεάπολης γίναμε ένα κουβάρι μέ τούς μπάτσους έξω απ’ τήν Ακαδημία γιά τό Κυπριακό κι όταν τά πράγματα σκούρυναν γιατί πλάκωσαν οί πυροσβεστικές καί τά θωρακισμένα μέ τούς μαύρους τήν πουλέψαμε κανονικά άλλοι γιά Στρέφη καί Λυκαβηττό άλλοι πρός Εθνικό Κήπο γιά μπαλαμούτιασμα καί μπάσκετ στόν Φωκιανό κ᾽ εγώ μέ τή Μπέττυ ξαναμμένοι απ’ τό τρεχαλητό καί τά δακρυγόνα γιά γαμήσι σπίτι μου πάνω στά Τουρκοβούνια.
Τό σπίτι στά Τουρκοβούνια ήταν μιά σκέτη μιζέρια δύο δωμάτια χώλ κουζίνα αποθηκούλα δίπλα κ᾽ έξω απ’ τήν κουζίνα ένας στενός διάδρομος που ’βγαζε στή χέστρα μόνο που ξέχασαν νά τού βάλουν ταβάνι κι όταν έβρεχε κ’ ήθελες νά πάς γιά κατούρημα γινόσουν κώλος. Θέρμανση δέν είχε καί μύριζε παντού πετρέλαιο καθώς πήγαινα βόλτα μιά φορητή θερμάστρα Πίτσος χρώμα σκούρο οινοπνευματί γιά νά ζεστάνει λίγο τό ρημάδι που δέ ζέσταινε κ’ έτσι λιβάνιζα μέ καυσαέριο όλα τά δωμάτια. Κάτω τό μωσαϊκό σέ χρώμα ξέρασε ή γάτα πού ’θελε σπάτουλα νά φύγει ή γκοράτσα κι απέξω μιά τσιμεντένια βεραντούλα κ’ ένα καρακοβούνι κήπο που φύτρωναν μόνο πέτρες καί κάτι γκριζοπράσινες μολόχες.
Τά τελευταία χρόνια μόνιμα μπατίρηδες γιά νά τή βγάλουμε ό γέρος μου ντουμπλάριζε μετά τό κωλουπουργείο του καθηγητής σέ φροντιστήριο καί συχνά έφτανε σέρνοντας αργά στό σπίτι 11 τό βράδυ γι’ αυτό καί τώρα ή Μπέττυ ξάπλωνε ξεσαλωμένη τσίτσιδη κι άνετη πάνω στό κρεββάτι μου.
Όταν τήν πλησίασα σήκωσε μέ αναίδεια τίς ψηλοτάκουνες γάμπες της καί τίς ακούμπησε πάνω στήν κουβέρτα. Μετά τίς ανοιξε σιγά σιγά στήν πόζα τής φωτογραφίας. Χώθηκα μέσα στά πόδια της ακούμπησα τούς αγκώνες μου πάνω στά γόνατά της κ’ έγειρα κοντά της αυτή άνοιξε λίγο ακόμα—καλά οί φωτογραφίες σου είναι υπέροχες. Πονηρό χαμόγελο ή χαζοβιόλα καί—σ’ αρέσουνε κουρκουμπινάκι μου; —άν μ’ αρέσουν λέει σκέτη κάβλα—πόσες μαλακίες έριξες μωρό μου;—πεντέξη—μόνο;—έχουμε καί προπόνηση αγάπη μου…καί πού τίς τράβηξες;…
Ησυχία…Τίς φωτογραφίες πού τίς τράβηξες μήπως στό Λαιμό τής Βουλιαγμένης;…πού τό κατάλαβες;—κατέβαζα αργά τό φερμουάρ μου—καί στίς τράβηξε ποιός;—ένας φίλος μου φωτογράφος—καλά καί σύ δέ ντράπηκες νά τού πετάξεις τό μουνάκι σου στή μάπα;—μά τό ’κανα γιά σένα κουρκουμπίνι μου. Τόν πέταξα κ᾽ εγώ έξω απ’ τ’ άνοιγμα τού φερμουάρ προσέχοντας νά μή τόν στραγκουλίξω κ’ ή Μπέττυ αναστέναξε—καί πώς τόν λένε τόν φίλο σου;—μά τί σημασία έχει γιά σένα τό ’κανα νά μ’ έχεις πάντα κοντά σου…δικό μου είναι αυτό τό σκληρό κουρκουμπινάκι μου—θά μού τό χώσεις;
Μόνο που δέν τής τό ’χωσα εκεί που περίμενε. Τήν άρπαξα απότομα απ’ τή μέση τή γύρισα καί τή σβούριξα μπρούμυτα πάνω στό κρεββάτι νά ᾽ρθεί στά τέσσερα τής έριξα μιά δυνατή στήν πλάτη νά τουρλώσει καί τής τόν έχωσα στόν κώλο.
Γιά πρώτη φορά.
Νομίζω πως κάπως έτσι συνεννοηθήκαμε γιατί δέν έβγαλε μιλιά ή χαμουρίτσα. Κάθησε σά τήν κότα καί τόν έφαγε έκανε μάλιστα καί κάτι απόπειρες νά κουνηθεί αλλά δέν τής βγήκε γιατί πόναγε μέχρι που τής άρχισα κάτι παπαριές ότ’ είναι τάχα τ’ αλογάκι μου καί καλπάζει μέ τή μαλαπέρδα μου μέσα της πάνω απ’ τούς λόφους κάτω σέ πράσινα λειβάδια μέ λιμνούλες νούφαρα καί κάτι κλαίουσες γυρτές στά γεφυράκια-συννεφάκια-τουλπανάκια καί τέτοιες μαλακίες που γουστάρουνε οί γκόμενες καί πέσανε καί κάτι μπάτσες καί μού κουνήθηκε λιγάκι κ’ έχυσα κ’ έχυσε κι αυτή μαζί μου ή έκανε ότι έχυσε στά παπάρια μου.
Μετά άναψα ένα τσιγάρο κι όπως καθόταν γυμνή μαζεμένη καί μπομπολιασμένη απ’ τό κρύο στά κάτω κάγκελα τού κρεββατιού τής εξήγησα τίς νέες υποχρεώσεις της μενάζ δηλαδή δίς τής εβδομάδος που πάει νά πεί σφουγγάρισμα κανά σώβρακο κανά πουκάμισο σίδερο τό δεύτερο μπλού-τζήν μου κανένα καπαμά τό σχετικό γαμήσι κ’ ένα μπλέ κασκόλ μέ κόκκινες ρίγες που ‘χα χτυπήσει στή βιτρίνα τού Μπόν-Τόν….
Σηκώθηκε θυμωμένη κ’ έφυγε μέ σφιγμένα κωλαράκια γιά τό μπάνιο μή τρέξουνε τά φλόκια στά μπούτια της.
Έσβησα τή γόπα μου καί γύρισα μπρούμυτα νά σαπίσω λίγο ώσπου ξύπνησα από μιά φρέσκια μυρωδιά σιδερωμένου ρούχου.
Τό κορίτσι είχε πάρει τό μήνυμα. Άναψα ένα τσιγάρο κι αυτή μύρισε τόν καπνό καί κατάλαβε πως ξύπνησα.
Μπήκε στήν κάμαρά μου κρατώντας ένα βιβλίο.—Τό βρήκα στό μπάνιο είπε σά νά μήν έτρεχε τίποτα—νά σού διαβάσω κάτι κ’ επειδή διάβαζε ωραία τής είπα νά μού ρίξει πρώτα τόν Γουίλλη τόν μαύρο θερμαστή από τό Τζιμπουτί. Περάσαμε έτσι καμμιά δεκαριά ποιήματα μέ μπόλικα τσιγάρα καί λίγα σχόλια κ’ ύστερα ρώτησε ξαφνικά—τί θά κάνουμε απόψε τό βράδυ;—θά μείνω μέσα γιατί έχω νά διαβάσω καί καλά θά κάνεις νά τού δίνεις μή πλακώσει ό γέρος μου—τότε θά μέ πάς μέχρι τή στάση;—Δέ θά σέ πάω μέχρι τή στάση γιατί ’μαι πτώμα—νά ’ρθώ αύριο νά σέ πάρω στό σχόλασμα;—νά ’ρθείς μόνο μή στηθείς έξω απ’ τό σχολείο γιατί σέ παίρνει είδηση όλη ή τάξη καί κρέμονται τά λιγούρια στά παράθυρα—στήν αφετηρία τότε στή γωνία;—Έγινε.
Θά μπορούσες νά ’σαι λίγο πιό καλός μαζί μου μουρμούρισε καδραρισμένη κάτω από τήν κάσα τής πόρτας τυλιγμένη τή μαύρη γυαλιστερή καμπαρντίνα της.—Έγινε είπα καί γύρισα μπρούμυτα καί τήν άφησα νά πάει νά βρεί τήν εξώπορτα.
Όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος. |
Σταματώ να διαβάζω, κλείνω τα μάτια και νιώθω ακόμα χτες εκείνη τη νύχτα στο Αλφαβιλ που ‘χε τη βδομάδα αφιερώματος στον Ελληνικό Κινηματογράφο. Πήγαμε -βέβαια- τη μέρα που ‘παιζε Νικολαίδη, πρέπει να ‘ταν μετά τις 8 το βράδυ, δε θυμάμαι ακριβώς, θυμάμαι όμως καλά πως φύγαμε τελευταίοι μετά από 5-6 ώρες αφού κάποια καπνοβιομηχανία μοίραζε τσιγάρα τσάμπα κι η σέρκοβα σε κέρναγε τσάμπα σφηνάκια στα διαλείμματα. Φεύγοντας μοιράστηκα με το Βασίλη τα ποτηράκια που δεν επιστρέψαμε, πρέπει να βγάλαμε άνετα εξάδα ο καθένας ενώ το κράνος μου μύριζε βότκα για πολλές μέρες.
Κεφ. 20
Σελ. 123-124
Τι ξεφτίλα ρε πούστη.
Έκανα αίτηση σε μια διαφημιστική εταιρία που ζητούσε νέους κειμενογράφους τι ακριβώς δεν ήξερα πήγα και είδα τον υπεύθυνο πέρασα διαδρόμους κόκκινο γυαλιστερό τούβλο και χάλκινα στοιχεία βιομηχανικό λούκ που λένε κι ο τύπος πίσω απ’ το γραφείο ευγενέστατος καφές τσιγάρο άνεση άρχισε κάτι αμερικάνικα πάκατζ και τάργκετ γκρούπ δεν καταλάβαινα Χριστό και τέλος με ρώτησε τι διαβάζω του είπα από Ταρζάν–Γκαούρ μέχρι Κνουτ Χάμσουν κ’ εκεί τα χαλάσαμε –ο Κνουτ Χάμσουν ήταν συνεργάτης των Γερμανών –έγραψε όμως την Πείνα έπειτα κι ο Έξτρα Πάουντ ήταν συνεργάτης των Γερμανών και τι έγινε; -έγινε έξαλλος- κι ο Νταλί ζητούσε συνεργασία με τον Φράνκο και τι έγινε; Αν θυμάστε που ήθελε να φορτώσει ελέφαντες στ’ αεροπλάνα να τους γεμίσει με χειροβομβίδες και ύστερα να τους πετάει μ’ αλεξίπτωτα να τους ανατινάζει πάνω απ’ τους καθεδρικούς ναούς του Φράνκο;
-Έξω από δω ούρλιαξε ο τύπος και με πέταξε απ’ το γραφείο του μαλακία μου έπρεπε να του πω ότι μου άρεσε μόνο ο Μυριβήλης κι ο Καραγάτσης.
Συνέχεια… ↓↑
| Μετά βρήκα μια άκρη στη Ραδιοφωνία Ρηγίλλης με δέχτηκε μια κυρία μισοπεθαμένη στο πρώτο στάδιο της ακαμψίας που είχε υποχρέωση σε μια θειά μου –ήθελε λέει να της γράφω ένα πεντάλεπτο σχόλιο κάθε μέρα να το λέει στο ράδιο κάτι σε στυλ Ψαθά –αν με καταλαβαίνετε κριτική της επικαιρότητας –κανείς δεν γράφει σαν τον Ψαθά της είπα αλλά θα προσπαθήσω σε τρεις μέρες θα ‘χετε το κείμενό μου –κάθισα στο γραφείο μου στη Βικτώρια ήπια δυό γαλλικούς κι ένα μονό πακέτο Ντιάνα με φελλό και στο τέλος ξέχωσα από τη βιβλιοθήκη κάτι κείμενα του Σαρόγιαν αντέγραψα ένα άλλαξα τα ονόματα να φέρνει στο ελληνικό τα ‘βαλα σ’ έναν φάκελο και της το ‘στειλα. Μετά από μια βδομάδα ήρθε η απάντηση ότι το κείμενο πέρασε από την αρμόδια επιτροπή η οποία το επέρριψε γιατί το ύφος ομυ ήτανε αδόκιμο. Αδόκιμο ύφος ο Σαρόγιαν που να χέσω μέσα άντε και γαμήσου παλιοφακλάνα.
Μετά διάβασα μια αγγελία ότι ζητούσανε λατζέρηδες στο Ακροπόλ Παλλάς κι έκανα αίτηση αλλά μ’ απέρριψαν πάλι γιατί ‘χα απολυτήριο γυμνασίου κι ήμουνα μορφωμένος και θα ξεσήκωνα τους άλλους λατζέρηδες σε απεργίες –έτσι μου είπαν. Αφού δεν είμαι φτιαγμένος για δουλειά τι κάθομαι ο μαλάκας και το ψάχνω; -έπειτα μια και δε γουστάρω χαμαλίκι μπορεί και να γυρίζω έτσι τα πράγματα να μένω άνεργος. |
Για τις ταινίες? Τις είχαμε ξαναδεί όλες και ούτως ή άλλως ψάχναμε ευκαιρίες να τις ξαναδούμε. Γιατί ο Νικολαίδης ήταν για πολλές γενιές η αντίδραση στον κινηματογράφο. Όχι πως δεν υπήρχαν άλλοι, μπορώ να πως πως υπήρχαν κάμποσοι έλληνες σκηνοθέτες (ακόμα θυμάμαι τη “Ρεβάνς”) αλλά κανείς δεν μπορούσε να σου βγάλει τ’ άντερα εύκολα έξω, να σε παρασύρει στο καλειδοσκόπιο των αμαρτωλών και συνάμα αθώων συναισθημάτων, που επιμελώς έκρυβες μια ζωή φοβισμένος μέσα σου.
Κεφ. 26
Σελ. 171-173
Η Μπέττυ είναι πολύ επικίνδυνο άτομο τρείς μήνες από τότε πού ’φυγα από τό σπίτι καί χωρίσαμε χτύπησε ένα βράδυ τό κουδούνι στή Βικτώρια τής άνοιξε ο γέρος μου καί τού ζήτησε νά μέ περιμένει εκεί είχα πάει γιά φλιμπεράκια στήν 3ης Σεπτεμβρίου καμμιά ώρα όπου νά ’ναι κ’ έρχομαι —καμώθηκε η καριόλα ότι πονούσε τό στομάχι της ψιλοδιπλώθηκε στόν καναπέ καί τού κλαψούρισε νά πάει κάτω στήν Έβγα νά τής πάρει ένα γιαούρτι κι αυτός που κάπου τή συμπαθούσε καί τή λυπήθηκε κατέβηκε στήν Έβγα μά όταν ανέβηκε η Μπέττυ είχε χαθεί —θά ’φυγε σκέφτηκε ο γέρος μου κ’ έφαγε τό γιαούρτι. Όταν γύρισα μουρμουρίζοντας κάτι στό κεφάλι μου καβλωμένος νά κάτσω στό γραφείο μου νά γράψω είπε ο γέρος μου ήρθε η Μπέττυ άλλά έφυγε ξαφνικά πρίν πέντε λεπτά καί κατέβηκα σφυρί στόν δρόμο νά τήν ψάξω γύρισα τήν πλατεία πήδηξα τρία τρία τά σκαλιά στόν υπόγειο τής Βικτώρια αλλά τίποτα πήρα ένα γύρω τά στενά βλαστημώντας κ’ έπειτα άντε γαμήσου γύρισα σπίτι γιατί έπιασε νά ψιχαλίζει.
Συνέχεια… ↓↑
| Μέσα στό ασσανσέρ μ’ έπιασε μιά ανησυχία δέ γούσταρα καθόλου αυτή τήν ιστορία θέλω γιαούρτι καί εξαφανίζομαι καί πάτησα στή συνέχεια τό κουμπί γιά τελευταίο όροφο καί γιά ταράτσα καλά ο πούστης καί πολύ ένστικτο.
Στήν ταράτσα ήταν σκοτεινά φυσούσε λίγο πλαγιαστές ψιχάλες τριγύρισα τίς γωνιές έφαγα ένα σύρμα τής μπουγάδας στό μάτι καί τελικά τήν βρήκα χάμω κουρνιασμένη σέ μιά λιμνούλα νερά πίσω απ’ τό πλυσταριό. Δίπλα της ήταν πεταμμένα καμμιά εικοσαριά κουτιά άσπιρίνες όλα ανοιχτά καί άδεια κι όλο τό σκηνικό καί η κατάσταση μέ γρήγορη εκτίμηση πρός τήν πουτσίσαμε.
Σκέφτομαι γρήγορα…. Πέταξε τίς ασπιρίνες στόν δρόμο καί τό παίζει η κουφάλα… δέν μού κόλλαγε γιατί δέν τό ’χε σίγουρο ότι γυρίζω σέ πέντε λεπτά καί τή βρίσκω κρυμμένη στήν ταράτσα καί τή σώζω καί ύστερα χεσμένος απ’ τό φόβο μαζεύομαι πάλι σπιτάκι μας. Τέρμα η γκόμενα θέλει νά πεθάνει κανονικά —καριόλα όπως ήταν πάντα γουστάρει νά πεθάνει στήν ταράτσα μου δυό πατώματα πιό πάνω νά ’χω τό λείψανο της στό κεφάλι μου νά μέ πλακώνει μιά ζωή. Θά τήν πλακώσω κ’ εγώ τώρα στίς κλωτσιές τήν κουφάλα νά τήν αποτελειώσω γιατί τής φώναζα καί τήν ταρακουνούσα άλλά δέν έπαιρνε πρέφα.
Τήν έχωσα σέρνοντας στό ασσανσέρ καί τήν κατέβασα στόν δρόμο όλος ζοχάδα —δέ θά σού κάνω γώ τή χάρη ξεκωλιάρα θά πεθάνεις κωλόγρια στό γηροκομείο από χεσμένα γηρατειά— κι από ταξί νέκρα. Δρόμο γιά τό Πρώτων Βοηθειών ένάμισυ χιλιόμετρο πιό κάτω πρός Ομόνοια πότε αγκαλιά απ’ τή μέση πότε κρεμασμένη στόν ώμο μου στή Μάρνης φύγαν τά γοβάκια της ξέπεφτε πάνω στό βρεμμένο πεζοδρόμιο τήνε σήκωνα καί παρακάτω γλιστρούσαμε παρέα καί τήν ξαπλώναμε κ᾽ οι λιγοστοί καί βιαστικοί απ’ τή βροχή μάς πέρναγαν γιά μεθυσμένους σκέτο νούμερο μέ τσακισμένη μέση καί τήν ψυχή στό στόμα νά τήν προλάβω.
Στό Πρώτων Βοηθειών τής κάνανε πλύση στομάχου κάπνισα δέκα τσιγάρα μού είπανε ευτυχώς δέν είχε χωνέψει γιά καλά τίς ασπιρίνες ήρθε κ’ ένας μπάτσος νά πάρει κατάθεση εγκληματική ενέργεια καί τά τέτοια βαριότανε όμως πολύ καί μάς ξαπόστειλε βρήκα καί ταξί —στόν δρόμο έψαχνε τό χέρι μου— καί τήν άδειασα στό πατρικό της στό Κουκάκι δέν μπορούσε νά περπατήσει όμως καί χτύπησα τό κουδούνι. Άνοιξε την πόρτα τής αυλής ο πατέρας της κάτι φώναξε μετά στή μητέρα της αυτή έτρεξε γλίστρησε στή βρεμμένη αυλή έπεσε στά πλακάκια χτύπησε στόν γοφό άφησα κ’ εγώ τήν Μπέττυ στά χέρια τού γέρου της καί σήκωσα τήν άλλη που βογκούσε. Μετά τή γδύσανε τής φόρεσαν μιά άσπρη νυχτικιά μέ μπροντερί στό ντεκολτέ χρώμα χλωμό ασσορτί τής μάπας της —τήν ξάπλωσαν στό κρεββάτι καί μού ’παν θέλει νά σού μιλήσει μπήκα μέσα καί κάθησα άκρη στό κρεββάτι. —Πώς είσαι μέ ρώτησε —μιά χαρά εσύ πώς είσαι; —Κρυώνω λίγο —μούσκεψες στήν ταράτσα καί θ’ άρπαξες κανένα κρυολόγημα…. —Θά ’ρθείς αύριο νά μέ δείς; Τί νά τής πείς τώρα μέ τέτοιο γερό οπλοστάσιο που τήν είχανε πλουτίσει τά είκοσι κουτιά ασπιρίνες καί η πλύση τού στομάχου πώς νά τά βγάλεις πέρα —…νά φάμε καί παρέα; Ξέρω καί μετά νά πάμε σπίτι μας νά ξεσκιστούμε στά γαμήσια καί κάτσε νά κοιμηθείς εδώ που χουχουλιάζουμε ωραία —φεύγεις αύριο τό γνωστό σκηνικό.
—Κοιμήσου τώρα καί τά λέμε αύριο έχω καί τό ταξί που περιμένει. —λεφτά έχεις; —έχω καί σηκώθηκα —Φιλί;… Καλά έπρεπε νά τήν αφήσω νά ψοφήσει στήν ταράτσα τή φίλησα καί λίγο πρίν βγώ απ’ τήν πόρτα άκουσα —κουρκουμπινάκι!… γύρισα ήρθα κι ακούμπησα στά κάγκελα του κρεββατιού της. —Τί ’ναι πάλι;
—Νά ξέρεις ότι θά τό ξανακάνω.
Μετά από τρείς ώρες μπήκα σπίτι κι ο γέρος μου διάβαζε στό σαλόνι —τήν βρήκες; ρώτησε —τήν βρήκα όλα καλά μόνο νά σού πώ κάτι άλλη φορά άν σέ στείλει καμμιά γκόμενα νά τής πάρεις γιαούρτι σέ παρακαλώ μήν τό κάνεις. —Γιατί τί έγινε;
—Έγινε γέρο μου ότι τό γιαούρτι σκοτώνει. |
Ημέρα 4η – Σκηνή στον κήπο. Ακόμα την ακούμε στις ελάχιστες σποραδικές μας μαζώξεις, κάπου κοντά στα τελειώματα της νύχτας όταν κουρασμένοι από το αλκοόλ, τη κουβέντα και τη μουσική θέλουμε να ταξιδέψουμε πίσω στο χρόνο, συνήθως χωρίς λόγο μα από ανάγκη. Δεν είναι πως μας θυμίζει, είναι μόνο για να μας κάνει να μη ξεχνάμε.
Κεφ. 29
Σελ. 187-188
Σκουντούφληδες καμπουριασμένοι σκεφτικοί κρατάνε όλοι τα εισητήρια στα χέρια τους και προχωράνε με σουρτά βηματάκια προς την είσοδο.
Στη μόνη σειρά που δεν σπρώχνονται σαν καννίβαλοι είναι σ’ αυτή που μπαίνει στο μεγάλο σινεμά για θάνατο και κανείς δεν τολμάει να ρωτήσει τι έργο παίζει μέσα κι όταν σχολάει κανείς δεν βγαίνει έξω να τον ρωτήσουνε τι έπαιζε; Αν ήταν καλό το έργο; Είναι γιατί όλοι τους πιστεύουν πως φύγαν από την άλλη έξοδο ν’ αδειάσει γρήγορα η αίθουσα και για τη πάρτη τους. Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται πίσω από την πόρτα τη μεγάλη με τη βελούδινη γκρενά κουρτίνα.
Συνέχεια… ↓↑
Ζούνε με τη μπότα πατημένη στο λαρύγγι αλλά ούτε που δίνουν σημασία αυτοί είναι απασχολημένοι μόνο ν’ αναπνέουν.
Δεν τα γουστάρω όλα αυτά τα πρόβατα στην ουρά συφιλιάζομαι που τα βλέπω στο δρόμο μου μέσα στα λεωφορεία να σκουντουφλάω πάνω τους μα τους ξεφεύγω αλλάζω εποχές να μην τους συναντάω δεν τους μιλάω κι όταν με ρωτάνε κάτι πάντα τους λέω με λένε Ελένη και θα βρέξει κι ο Μάνος μου λέει έχεις σαλτάρει Σπόρε δεν τη βγάζεις καθαρή. Γιατί μωρέ μαλάκα μου εσύ τα πας καλύτερα νομίζεις; Τρέχουμε σα λιγούρια πίσω από τα μουνιά και κάθε πούτσος που ρίχνουμε κερδίζει πόντους να στο πω καλλίτερα μας διώχνει λίγο πιο μακριά από το ταμείο αλλά πάντα στην ουρά μαλάκα μου κι εντάξει μπορεί να μην κολλάμε με τα πρόβατα δεν έχει όμως άλλη είσοδο για μας τους άντε και καλά αλλιώτικους –και ξέρεις το χειρότερο ρε φίλε; Δεν αγαπάμε ούτε το πόδι μας δεν αγαπάμε και μη μου πεις τώρα τη Στέλλα και την Μπέττυ και τις άλλες χαμούρες που τραβάμε να μην ξεράσω τα σκατά μου μέσα στα μούτρα σου και μη γυαλίζεις το γκλάς-άι σου γιατί το ξέρεις ότι έχω δίκιο κι ούτε θα ‘ρθει ποτέ ξέρεις ποια λέω ρε μαλάκα μην τη περιμένεις τα ίδια μουνόπανα θα τρώμε μια ζωή στη μάπα… το μόνο που μας έμεινε και αγαπάμε είναι το τσιγάρο… |
Θ’ ακούσεις πολλά για το Νικολαίδη, άλλοι θα τον εκθειάσουν κι άλλοι θα τον γράψουν κανονικά. Κι αν τον αγάπησαν πολλοί ήταν για ένα πράγμα που δύσκολα σήμερα το κατανοείς, μιλούσε για τα πάντα μέσα από τα μάτια μιας παρέας. Δεν θα μπορέσω να στο εξηγήσω καλύτερα γιατί αυτή η έννοια αλλοιώθηκε στο χρόνο -κι έτσι έπρεπε να γίνει, χάθηκε κάπου στη διαδρομή γιατί ήταν το μόνο προνόμιο των ανθρώπων που δεν έχουν πολλά πράγματα να χάσουν, που νιώθουν διαφορετικοί προσπαθώντας να βρουν τον “άλλον” κοιτώντας τα μάτια του απέναντί τους γράφοντας στ’ αρχίδια τους αυτούς που θα “έπρεπε” να κοιτάζουν. Ο χώρος και ο χρόνος υπήρχε γιατί θα ‘πρεπε να υπάρχει, κάτι σαν το background ενός πίνακα που αναδεικνύει το θέμα. Κι αυτές οι παρέες καθόλου όμορφες δεν ήταν, ήταν όμως ιδανικές για να αποφύγεις -ή να επισπεύσεις- την καταστροφή σου έχοντας ένα χέρι να σε κρατά κι ένα λόγο να σε συντροφεύει.
Κεφ. 33
Σελ. 215-216
Γκρίζος κρεπαρισμένος χολεριασμένος και γρουσούζης σκατογκρινιάρης μιζερομίζερος σνομπάκιας μουνάκιας γκινιόλης πολύ Σοπενάουερ ο αρχίδης που να φτύσω στον τάφο μου.
Να πω την αλήθεια δε με γουστάρω καθόλου.
Μ’ αρέσουν οι έρημες δεντροστοιχίες η Ζυλιέτ Γκρεκό που τραγουδάει «μισώ τις Κυριακές» τα βρεμμένα παγκάκια τα νεκρά φύλλα τα ωραία ρούχα τα ωραία φαγητά οι χνουδάτες πετσέτες τα χάι φιντέλιτυ η Χάτσον Κόμμοντορ του ’50 το Φλοκάκι κι ο βιεννουά στο Πέτρογραδ μ’ αρέσει ο Έρρολ Φλύνν στην Επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας και η Μαρί Μπλανσάρ -κανείς δεν τη ξέρει αλλά στο φινάλε στα παπάρια μου ζω και χωρίς αυτά- δε ζηλεύω κανέναν και τίποτα τους έχω χεσμένους όλους τους ρουφιάνους κι αυτό με γεμίζει φούρκα δεν πάει άλλο -πολύ αδιαφορία έχει πέσει.
Η μόνη λύση μου είναι να υποκρίνομαι ότι μοιράζομαι μαζί τους τον ίδιο κόσμο κάτω από τον ίδιο γαμημένο ήλιο εγώ που γουστάρω τη βροχή τη θύελλα και το χιονόνερο τα μαύρα σύννεφα στο πεζοδρόμιο τον πυρετό τα ρίγη το σκοτεινό μου πάρκο και την υγρασία.
Συνέχεια… ↓↑
| Καμιά φορά μου τη δίνει και βγαίνω έξω από το σπίτι μου στα Τουρκοβούνια στον χωματόδρομο της Αγίας Φωτεινής και πλακώνω τις πετριές πάνω απ’ τα σπίτια και τις ταράτσες να πέφτουνε στην κάτω γειτονιά… τις καλές μέρες ακούω και κανά τζάμι να σπάει μετά τσιρίδες μακρυνές μέχρι που μου την έπεσε ένας γείτονας -τι κάνεις εκεί ρε παιδί? -πετάω πέτρες του είπα -άντρας είσαι συ ρε? Θα σκοτώσεις κανέναν άνθρωπο -όχι του είπα πούστης είμαι τι γουστάρεις? Κι έμεινε κάγκελο ο βρωμύλος -έχω να πετάξω πολλές πέτρες ακόμα ρε καριόληδες.
Μ’ αυτό που με ζοχαδιάζει περισσότερο είναι πως με πατάω στο λαρύγγι δε μου συγχωράω τίποτα -και δε με γουστάρω καθόλου γαμώ την ανωμαλία μου μέσα να γιατί όταν είμαι κακός είμαι κακός κι όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.
Στα δώδεκά μου χρόνια έφαγα τη γκόμενα του Ηλία του καλύτερού μου φίλου μεγάλη τσογλανιά κι έπαψα πια να με πιστεύω μου κούνησε το κωλαράκι της η βρωμομούνα κι άρπαξα σα χάνος κι από τότε έτσι και καταφέρω να ξεπεράσω τα καριολόμουνα τις γκόμενες των φίλων μου νιώθω πως κάτι νίκησα πως κάτι κέρδισα μαζί κι ένα κουτσό πόντο.
Και δε ζηλεύω τις βίλλες στο Καλαμάκι τους πράσινους κήπους τις βεράντες με τις κουρτίνες στις μπαλκονόπορτες τις καλοθρεμμένες μουνίτσες στο πατινάζ τις χάι σοσάιτυ μουνάρες της Αρζεντίνα δε κάνω όνειρα με ακριβά ρολόγια και μανικετόκουμπα δε θέλω να τρέχω πιο γρήγορα απ’ τον Τάκη να βάζω ωραία τζαμπ-σούτ σαν τον Όλιβερ δε θέλω να ‘μια πρώτος πουθενά -είμαι πρώτος από χέρι και σας έχω όλους γραμμένους στο πούτσο μου κουφάλες.
Εντάξει κάπου κάπου όλα αυτά μου θυμίζουν ρήμματα της καυχήσεως εκείνου του παπάρα του Αλεξανδρινού Αιμιλιανού Μονάη όμως μη με σκουντάτε στον δρόμο ρε αρχίδια σκουντιέμαι κι από μόνος μου δε σας έχω ανάγκη -να τα βρω λίγο μαζί μου θέλω- γιατί όπως είπε κάποτε κι ο Τζέρυ Λούης πρέπει ν’ αγαπάς λίγο τον εαυτό σου γιατί στο κάτω κάτω μ’ αυτόν θα ζήσεις όλα σου τα χρόνια. |
Έτυχε πριν κάποιους μήνες να διαβάσω το “Ο φύλακας στη σίκαλη” του Salinger (1951). Αν τυχόν ο Χόλντεν συναντιόταν με το Σπόρο νομίζω πως θα κάνανε καλό παρεάκι αλλά, ξέρεις, ο Χόλντεν παρέμενε εκείνος που σκέφτεται διαρκώς αλλά για μια στιγμή διστάζει στα “μεγάλα”. Ο Σπόρος αντίθετα θα “βουτήξει” σ’ ότι βρει μπροστά του χωρίς ν’ αφήσει ούτε στιγμή να πάει χαμένη. Θα κάτσει να το σκεφτεί “μετά”. Ίσως γι’ αυτό ο Χόλντεν παρέμεινε αιώνια μόνος ενώ ο Σπόρος έμεινε για πάντα μοναχικός.
Κεφ. 42
Σελ. 295-296
Κάποιο λάθος έχει γίνει και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ‘μαι συνέχεια στην τσίτα άσε που έτσι και μείνω λίγο μόνος μου ανάβει βεγγαλικό κι αυτό που με σώζει στο τέλος είναι ο χαβαλές η μαλακία η άδεια κουβέντα η σαχλαμάρα οι γκόμενες ο χορός τα τσιγάρα και καμιά φορά κι η βαλεριάνα γιατί πλακώνουν πεταλούδες στο στομάχι μου και γράφω κάσα -αλλά ξέρω τι τρέχει μόνο που δεν μπορώ να το πω ούτε στους κολλητούς μου γιατί θα με περάσουνε για ψώνιο… κάποιος πούστης με πέταξε εδώ πέρα -τράβηξε να πούμε ο τύπος το πιο σκατένιο κομμάτι του και το πέταξε με αηδία εδώ κάτω μόνο που δεν τα υπολόγισε σωστά γιατί του ξέφυγαν κι άφησε πάνω μου και κάτι κομμάτια δικά του κάτι ίνες κρέας με ξένη μνήμη που με βασανίζουν και μου θυμίζουν συνέχεια ότι ‘μαι ένα υπόλοιπο κάτι δύσμορφο ανάπηρο να ζητιανεύω στη ξεφτίλα αυτό που ήμουνα κάποτε και κει μ’ ανάβουν τα γλομπάκια και τρελαίνομαι φοβάμαι αυτό που είμαι και γαμώ το μουνί που με πέταγε δε ξεφεύγω με τίποτα.
Συνέχεια… ↓↑
| Τώρα όμως -έτσι στη ψύχρα- για να τα βγάλει κανείς πέρα με τέτοια μυστήρια πρέπει να ‘ναι και λίγο διαβασμένος όχι πασάλειμμα σαν τη μούρη μου αν και πολλές φορές έτσι και τα γράψω όλα στο πούτσο μου γεμίζω μια γαλήνη και μια θαλπωρή -ωραία λέξη αλλά στουκάρω άτσαλα ο μαλάκας και μου τη πέφτω πολύ άσχημα- κι από πού ρε αρχίδι πουλάς τέτοια μούρη ποιος είσαι ο γιος του Τσιμ Τσομ Τσίμπλερ γαμώ τη μιζέρια σου δε γουστάρεις κανέναν δε ζηλεύεις κανέναν τους έχεις όλους χεσμένους πατόκορφα δε θέλεις να τελειώσεις το σχολείο να σπουδάσεις δεν θέλεις να εργαστείς δεν θέλεις να πας στο στρατό δε θέλεις να μάθεις αγγλικά το μόνο που γουστάρεις είναι το μουνί τα τσιγάρα κι οι έρημοι δρόμοι τίποτ’ άλλο όμως το νιώθω ο λούστρος κουβαλάω μια ερημιά για κάτι που ήτανε κάποτε δικό μου και μου τα’ αρπάξανε που τριγυρίζει το γαμημένο σα ξωτικό και μου ζαλίζει τ’ αρχίδια κι όχι μόνο αυτό αλλά μου κλωτσάνε και μακριά και το δεκανίκι να πέφτω να κυλιέμαι στη λάσπη ο δικός σου και να μαδάει η μπλου γκαρντένια στην κομβιοδόχη μου.
Το σίγουρο είναι ότι κάποιος από κει πάνω μου κάνει χοντρή πλάκα αλλά που θα πάει κάποτε θα τον βρω και θα τον ξεσκίσω επιτόπου.
Τώρα με λένε Ελένη και θα βρέξει… άντε να γαμηθείτε όλοι σας. |
Τελικά δε βγάζεις άκρη. Οι εποχές αλλάζουν και παίρνουν διαφορετικό χρώμα κάθε φορά. Κι οι άνθρωποι αλλάζουν μαζί τους. Άλλα τ’ αφήνουν πίσω τους, άλλα τα ξεχνάνε κι άλλα τα κρύβουν μ’ επιμέλεια ακόμα κι απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό. Το τέλος τους ξεκινάει όταν σταματήσουν ν’ αναρωτιούνται, όταν σταματήσουν να σκέφτονται, όταν πάψουν να θυμούνται. Ζούμε όλοι μια ψευδαίσθηση του “εγώ” και φτιάχνουμε τα πάντα να περιστρέφονται γύρω μας. Ο δικός μας μικρόκοσμος είναι η αρχή και το τέλος του σύμπαντος. Πασπαλίζουμε τη σκέψη μας με όμορφες, αφηρημένες, μα κούφιες κι ακατανόητες έννοιες και βάζουμε πλώρη για την επιτυχία. Καταλήγουμε με το στομάχι μας και το κεφάλι μας πάντα γεμάτο σκουπίδια. Γι’ αυτό το τέλος μας βρίσκει πάντα ανίκανους και φοβισμένους. Και καθόλου μοναχικούς. Παρά μόνους.
Κεφ. 59
Σελ. 429-432
Μαζευτήκαμε κατά τις έντεκα και μοιράσαμε τις πατάτες με τα ξυράφια -κατέβηκε κι ο Βιθέντε από τη Φιλοθέη ο Τάκης όπως πάντα μαράθηκε βαρέθηκε και την άραξε σπίτι του είχανε παντού μπλόκα και χαφιέδες δύσκολα περνούσες και στις γωνίες γκρίζες αύρες και η ταγγή μυρουδιά του δακρυγόνου. Κατεβήκαμε προς Σύνταγμα μόνο που πήγαινε μπροστά ο Όλιβερ κι έκοβε κίνηση στα σταυροδρόμια κι έκανε σήμα να περάσουμε ή να την κάνουμε από παράλληλο -πίσω μας πάλι έκοβαν κίνηση ο Καλογήρου με τον Μίλτο μη μας τη παίξουνε και μας κυκλώσουνε οι μπάτσοι- αν μας διαλύανε τότε βρισκόμαστε Λέκκα στο σπίτι του Όλιβερ.
Συνέχεια… ↓↑
| Στη Βουκουρεστίου άρχιζε ο φραμπαλάς και πέσαν γύρω μας να τρέχουνε μες τον πανικό πιτσιρικάδες μπουχιασμένοι απ’ τα αέρια και κάτι γκομενάκια ξέμπαρκα λούτσα απ’ τις πυροσβεστικές κυνηγημένα προς τα πάνω για Λυκαβηττό -καθάριζαν το κέντρο οι πούστηδες οι μπάτσοι. Κάναμε σφήνα για να βγούμε Σύνταγμα μπρος στήθηκε ο Μάνος και στα πίσω μας ο Μπογκομόλετς βγάλαμε ξυραφάκια με πατάτες μέσα απ’ τα μπουφάν κι ορμήσαμε σφήνα ουρλιάζοντας σαν κανίβαλοι κάτω την κατηφόρα της Βουκουρεστίου να ‘ταν κι η Τάνια εδώ να μας κόβει απ’ το παράθυρό της και πέσαμε πάνω σ’ ένα μπλόκο από δέκα μαύρους και τους σκορπίσαμε σαν τα σκατά -Σπόρε πίσω μου φώναξε ο Μάνος και πέσαμε στην Πανεπιστημίου με δυο μπλόκα απέναντι. Μας είχε πάρει τώρα η κατηφόρα και το μίσος μάγκες πιάστε τα γεφύρια μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια πέσαμε όμως σε κάτι ζόρικους που σκόρπισαν σε μια στιγμή από τη σφήνα όμως αρπάξανε πίσω μας τον Μπογκομόλετς και τον Κωνσταντά -ο Βιθέντε έμεινε κοντά τους ουρλιάζοντας βοήθεια!… ο Μάνος έκανε πλάι απότομα οι άλλοι μας βεντάλια φύγαμε πάλι πίσω και κυκλώσαμε τους μπάτσους που ‘χαν ξαπλώσει κάτω τον Μπογκομόλετς και τον κλωτσάγανε κι ήταν κάτι γουρούνια του κερατά μα μέσα στην τσαντίλα τους τις ρίχνανε όλες ξώφαλτσες μέχρι που ο Γλίτσης έμπηξε τον σουγιά του στο πόδι του πιο κοντινού κι έπεσε ο μαλάκας κάτω -μανούλα μου με φάγανε φώναξε κι είδαν τα αίματα οι άλλοι και μας παρατήσανε για να τον σώσουν και πήραμε δρόμο κατά κάτω για το άλλο μπλόκο το Παλλάς έπαιζε Γίγαντα με τον Τζέημς Ντην -πατάτες ούρλιαξε ο Μίλτος και τους πλακώσαμε από μακριά φάγαν καμιά τριανταριά δώσε κι εμένα ρε μαλάκα φώναξε ο Βιθέντε που ήταν ορφανός από πατάτες και σκόρπισαν οι μαύροι πριν τσουγκρίσουμε απάνω τους. Τους αφήσαμε πίσω μας να ψάχνονται και στρίψαμε προς Καραγιώργη Σερβίας και δρόμο για Βουλής αριστερά και λίγο πριν τη βγούμε για Ερμού πέσαμε πάνω σε τρεις μπάτσους χαμούρηδες που τρέχαν κατά πάνω μας -πίσω στη στοά φώναξε ο Γιαννάκης που ερχόταν τελευταίος και γυρίσαμε για τη στοά στην Καραγιώργη μόνο που οι μπάτσοι σε λίγο κάνανε κάτι κουφά τρέχανε δίπλα μας παρείτσα και κοιτάζαν συνέχεια πίσω τους χεσμένοι και τότε φάνηκαν στη στροφή καμμιά κατοσταριά με κόκκινες σημαίες κι ελαφρό τροχάδην να ‘ρχονται προς το μέρος μας -σβουρίξαμε μες τη σκοτεινή στοά παρέα με τους μπάτσους λουφάξαμε στο βάθος μέχρι να στρίψει η μάζα προς το Σύνταγμα και να πλακώσει τα τραγούδια.
Άκουσα έναν θόρυβο και είδα τον Πωλ με τον Χαστούκη κρεμασμένους σα μαιμούδες να σέρνουν κατά κάτω με το βάρος τους το δικτυακό ρολό της στοάς οι μπάτσοι κάνανε να τρυπώσουν ανάμεσά μας να ξεφύγουνε μα τους στριμώξαμε δέκα εμείς τρεις αυτοί πλακώσανε τα κλαψομούνικα -γιατί ρε παιδιά Έλληνες είμαστε κι εμείς εντολές εκτελούμε ο Όλιβερ βγήκε μπροστά με ροκ σαλταρισμένα βηματάκια κι ανάποδα το μάτι σκέτο ασπράδι κι είπε σ’ ένα μπάτσο πως θέλει να του κόψει το αυτί με το ξυράφι κι ύστερα να πέσει ο καριόλης χάμω να το ψάχνει να το βρει να του το ράψουνε είχε βουρλιάσει κανονικά ο δικός μας και τον μάζεψε ο Μάνος. Στη γωνία ο Γλίτσης είχε βρει μια βρύση και ξέπλενε τα χέρια του από τα αίματα ο Βιθέντε πλησίασε ένα μπάτσο και τον έφτυσε στη μάπα έπεσε το σύνθημα και τους πλακώσαμε στις μυξάτες ρέχες τράβηξα κι εγώ ένα τάλιρο το ‘φτυσα μπήκε στη μέση ο Μάνος και τα’ άρπαξε στο μανίκι -τι κάνεις εκεί ρε Σπόρε? -φτύνω ρε μαλάκα κι εσύ κουνιέσαι -καλά σκουπισέ τα τώρα. Τους ρίξαμε και κάτι γρήγορα πατ-κιουτ και τους αφήσαμε να μαζεύουν τα καπέλα τους σηκώσαμε το δίχτυ της στοάς ορμήσαμε έξω στη κωλοπηλάλα και στη γωνία μας σταμάτησε ο Μάνος -μάγκες δε τρέχει τίποτα κουλάρετε -κι είπε μετά ο Μπογκομόλετς πάμε απέναντι στον Λουμποτέση για τυρόπιτες.
Μπήκαμε όλοι μαζί ξαναμμένοι στο μαγαζάκι ο Μάνος μέτρησε κεφάλια έβαλε και κάτι παραπάνω -15 τυρόπιτες είπε στον τύπο μετά τις έπαιρνε μία μία και τις μοίραζε αυτές που περισσεύανε του είπε βάλτες σε μια σακκούλα και βγήκαμε έξω ο τύπος μας πήρε στο πεζοδρόμιο -τα λεφτά ρε παιδιά -ποια λεφτά ρε μαλάκα? -ναι ρε μαλάκα ποια λεφτά? Δε ντρέπεσαι λιγάκι του ‘πε ο Μίλτος εδώ σκοτώσανε τα παιδιά στην Κύπρο κι εσύ ζητάς λεφτά για τις τυρόπιτες -ίσα ρε μπάτσε της τυρόπιτας του κανε ο Μπογκομόλετς και τον στρίμωξε στη τζαμαρία τι γουστάρεις τώρα να σου το κάνω το μαγαζί λαμόγιαλο? -εντάξει ρε παιδιά τι κάνετε έτσι κερασμένα -τι κερασμένα ρε μαλάκα η Κύπρος είναι ελληνική.
-εντάξει ρε παιδιά.
-πες το ρε μαλάκα.
-η Κύπρος είναι ελληνική εντάξει ρε παιδιά κερασμένα είναι.
-άντε ρε μαλάκα κόβε τώρα λάσπη.
Στα πάνω πέφταν σύννεφο τα δακρυγόνα και ουρλιάζανε οι αύρες είχε σουγιαδιάσει κι ο Πωλ τον μπάτσο δεν είμαστε για παρά πέρα κι είπαμε να πάμε προς Μοναστηράκι βόλτα στο μαγαζί του λαθρέμπορα του παππού μπας κι έφερε κανα μπλου-τζην καινούργιο τίποτα φανελάκια Φρουτ οφ δε λούμ κανα Παλλ Μαλλ.
Στην πλατεία πριν την Ηφαίστου είχαν αράξει κάτι μουνάκια απ’ το θηλέων της Πλάκας και το ‘παιζαν σαλιγκαράκια στον ήλιο το παίξαμε κι εμείς γαμπροί και πολύ στο σκληρό -τους γαμήσαμε τους μπάτσους τους δείξαμε και τις πατάτες με τα ξυραφάκια σαλτάρανε οι χαζοβιόλες κι εκεί χτύπησα και τη Δώρα κοκκινομάλλα 1 και 70 παίδαρος -τι παίδαρος σημαιοφόρος η πουτάνα θεογκόμενα. |
Κι όλο αυτό πήγαινε στα κωλόπαιδα της Βούτας, στα φρικιά της Ουτοπίας στο Μπραχάμι, στα ροκαμπίλια της Wing στη Καλλιθέα και τους πεθαμένους της Ακροβάτισσας στη Ν. Σμύρνη, στο Skylab της Πλάκας -που άκουγα μα δεν πρόλαβα να γνωρίσω, στα μέταλλα της Best και τους ροκάδες της Doors στην Ηλιούπολη, στην κατάληψη του happy family στα ΤΕΙ Πειραιά, στα φρικιά της Libo στη Καβάλας, στους περιστεριώτες γκαζοφονιάδες του Πατατρακ, στους απίστευτους θαμώνες της Prema στα Λιόσια, στους περίεργους τύπους της παλιάς υπόγειας Blues στη Πανόρμου, στους πειραιώτες από το Διαχρονικό, στους εναπομείναντες γέρους στο Ξεχασμένο Πηγάδι στα Πατήσια, στα χουλιγκάνια της Crazy στο Χαλάνδρι, στους νότιους της Spider στη Γλυφάδα, στις παρέες από το Μουσικό Καφενείο, τη παλιά Jasmin και το Σιντάρτα σε Ζωγράφου – Ιλίσσια – Γουδί, στους πάνκηδες του Άλλοθι , στο μανιασμένο χορό που ρίχναμε στο Παλιακό, στους βαρεμένους με stones του L.A., τους μηχανόβιους του παλιού Stand (ή Lucky Luke?) και τους σαλταρισμένους της Οκτάνας στα Εξάρχεια, στους μεσημεριανούς ταβλαδόρους του Ρούσσου στη πλατεία, στα ακατάσχετα πιώματα της Prisma και στους μεθυσμένους στο Μπαράκι του Ν. Κόσμου και στη Lion, στις δεκάδες συναυλίες που έζησα στα Προπύλαια, σε όλες τις ανακατεμμένες παρέες στο ασφυκτικό Μποχώρι που μεγάλωσα στην Ιπποκράτους και στο φίλο μου το Μήτσο που θα τον θυμάμαι πάντα καβάλα στη R51…
Κεφ. 59
Σελ 435-436
Ο Μάνος πήγε και κάθισε μόνος του παρακάτω σκούπισε τα πόδια του κι άρχισε να φοράει τις κάλτσες ανακάτεψα τα μαλλιά μου να πέσει η άμμος ο Βιθέντε είχε γείρει το κεφάλι του και το χτυπούσε από το πλάι να πέσει η άμμος απ’ τα’ αυτί του ο Μάνος σηκώθηκε και τράβηξε για τη θάλασσα…
Μετά από λίγο πήγαμε κοντά του ο Βιθέντε πήρε άκρη άκρη στην αμμουδιά λίγο θάλασσα στις χούφτες του την έριξε μέσα στην μύτη του και μετά φύσηξε να φύγει πάλι η άμμος.
Κάθησα κάτω κι έβγαλα τα τσιγάρα απ’ το μπουφάν μου άναψα και κοίταζα τον ήλιο που πήγαινε να δύσει ο Μάνος σύρθηκε κι άραξε δίπλα μου ο Βιθέντε ξαπλωμένος στην άμμο πάλευε με τις κάλτσες του.
-τι ώρα είναι? Ρώτησε.
-πάει για μούχρωμα ηλιόγερμα δειλινό δείλι είπε ο Βιθέντε.
-δε μου λες ρε φίλε του ψιθύρισα κι έγειρα λίγο κοντά τι τρέχει κάτω στις ακτές της Αφρικής?
Συνέχεια… ↓↑
Ο Βιθέντε τσίμπησε σηκώθηκε με την κάλτσα στο χέρι κι άρχισε ν’ απαγγέλλει προς την θάλασσα -κάπου στις αχτές της Αφρικής -πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι. -Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι -και τα’ ωραίο γλυκό της Κυριακής. -Κόφ’ το ρε φίλε πετάχτηκε ο Μάνος δε γουστάρω τώρα τέτοια.
-καλά ρε φίλε μουρμούρισε ο Βιθέντε μουδιασμένος δεν σε είπαμε και καμπούρη και κάθισε πάλι στην άμμο να βάλει την κάλτσα του.
-τι κωλόπαιδα που είστε μουρμούρισε ο Μάνος κι έβαλε τα γέλια και μετά ρώτησε τι ώρα είναι. Κοίταξα το ρολόι μου…
-τον ήλιο κοίτα ρε Σπόρε.
-πάλι τα ίδια ρε φίλε είπαμε το Σπόρος κομμένο με λένε Ελένη και θα βρέξει.
Δε μου απάντησε.
Είχε σηκωθεί μια μικρή υγρασία σέρνοντας φρέσκια μυρωδιά πρασινογάλαζα φύκια και πάνω στα βράχια στο τέλος της αμμουδιάς κάτι θαλασσινές κουμαριές είχαν κι όλας σκοτεινιάσει -τα πρόσωπά τους απ’ τη δύση κόκκινος χαλκός στα μάτια πράσινες ρωγμές σημάδι κάποιων χρόνων υγρασίας.
-τον ήλιο κοίτα ρε φίλε.
Έσβησα το τσιγάρο μου σηκώθηκα πήρα το δρόμο πίσω να περάσω τη μεγάλη άμμο να βγω στη δημοσιά για την αφετηρία όμως αυτοί μ’ αφήσανε και μείνανε σα πετρωμένοι να κοιτούν τη θάλασσα τους φώναξα μια δυο φορές μα δεν ακούσανε -θα με προλάβουνε στο λεωφορείο σκέφτηκα κι αν το χάσουν θα με βρουν στο Στέκι -όπως και να ‘ναι πάντως κάπου θα βρεθούμε.
Τον ίδιο χρόνο πέθανε κι ο Έρρολ Φλυνν.
Τελικά ο γέρος μου σαν να ‘χε δίκιο όταν μου ‘λεγε πως όλες οι βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από την πρώτη.
Ήτανε η εποχή τότε που είχαμε άφθονο ροκ εντ ρολλ ελάχιστο σεξ και καθόλου ναρκωτικά.
Παρ’ όλ’ αυτά νομίζω πως δεν τα πήγαμε και τόσο άσχημα… |
Για την -κακή- αντιγραφή ευθύνομαι εγώ εκτός από το πρώτο κεφάλαιο το οποίο αντέγραψα από τον Motorcycle Boy ο οποίος έχει γράψει ακόμα ένα απόσπασμα εδώ ενώ έχει ρίξει τη στεκιά του κάπου εδώ. Αν θες υπάρχει ακόμα ένα απόσπασμα στον Mac Manus ενώ αν είσαι αχόρταγος μπορείς να διαβάσεις ακόμα ένα κεφάλαιο στον Γιάννη Καφάτο ώστε μετα να συνεχίσεις στο αφιέρωμα του Ελεύθερου Τύπου και να κατεβάσεις μερικά αποσπάσματα σε PDF. Μην παραλείψεις να διαβάσεις το υπέροχο αφιέρωμα από τον Kριτικό , την γαμάτη παρουσίαση από τον Vlaxo και την παρουσίαση από τον Δ. Αναστασόπουλο στην Ε. Το βιβλίο μπορείς να το αγοράσεις online από την Greekworks.com.
See you, in hell darling…
20-08-2008 @ 11:45 [ID:9314]
Με συγκίνηση και χαρά χαιρετώ τον παλιό καλό φίλο φίλντιουσντ,την επίσης καλή μου αναγνώστρια -ντοπαμινομπλουμίνη (ελπίζω να είσαι εγκεκριμένη από τον εοφ) και τον πάντα χοντροκομένο,επίσης φίλο, μοτοσυκλέτα.
Και προχωρώ αμέσως στην απάντηση.
Στόχος,να την ποστάρω χωρίς να ξεπεράσω τα τρία τσιγάρα (τι πράγμα είναι αυτό ρε παιδιά,δέν μπορώ να ακουμπήσω το πληκτρολόγιο,χωρίς να έχω ένα τσιγάρο στο στόμα,και ένα έτοιμο αναμένο στο τασάκι).
Μισό λεπτό να ανάψω….πάφ πούφ….έφυγααααααα….
Το λοιπόν…πάφ πούφ….παίρνοντας σάν αφορμή τα περί σχετικών και ασχέτων του μοτοσκυκλέτα….πάφ πούφ….θα ισχυριστώ ότι στον ωραίο μας κόσμο υπάρχουν δυό ζωές,η πραγματική….παφ…. και η συμβολική….πουφ.
Η πραγματική είναι αυτή που ζούμε και δέν ομολογούμε….πάφ πούφ….και η συμβολική είναι αυτή που ομολογούμε και δέν ζούμε…πούφ πάφ.
Παράδειγμα απο την επικαιρότητα.Οι ολυμπιακοί αγώνες προάγουν τις πανανθρώπινες αξίες και ιδεώδη (συμβολική ζωή) …παφ παφ παφ παφ…..,αλλά βασίζονται στην πραγματικότητα του ντοπαρίσματος,της απάτης και της αθλιότητας του κέρδους και της εξουσίας (πραγματική ζωή)…..πουφ πουφ πουφ πουφ.
Όμως,πάφ πούφ,καμμιά από τις δυό ζωές δέν είναι αληθινή,γιατί καμμιά από τις δύο δέν μπορεί να υπάρξει μόνη της.
Και η αλήθεια τους,πάφα πούφα,βρίσκεται ακριβώς στις σκιασμένες περιοχές ανάμεσά τους,πάφ πούφ.
Για αυτό και η αλήθεια είναι σκοτεινός τύπος,γυρίζει στα σκοτάδια σάν τις κατσαρίδες και θέλεις καλό φακό και πολύ υπομονή για να την εντοπίσεις,πάφα πούφα και πάφα πούφα.
Και για αυτό οι ζωές μας,είναι ο θάνατός μας,η σκοτεινή ταπετσαρία πίσω από τις πλάτες μας,και που δέν μοιάζει καθόλου με την τρέντυ καινούργια ταπετσαρία όπως λέει σωστά η μπλίμ μπλόμ ότι έβαλε στο μπλόγκ του ο καπετάνιος.
Τέλος πρώτου τσιγάρου.
Μισό λεπτό να ανάψω το δεύτερο και συνεχίζω….
Πάφ πούφ,πάφ πούφ,πάφ πούφ,πάφ πούφ…(εντάξει πήρε)…..όμως ο λόγος που ζούμε δυό παράλληλες ζωές,είναι για να υπάρχει διάκριση μεταξύ τάξης και αταξίας…πάφ πάφ…ή καλύτερα για να γίνεται πιστευτή η διάκριση μεταξύ τάξης και αταξίας,πούφ πούφ.
Και έτσι λοιπόν,άλλοτε η συμβολική ζωή θα αποτελεί αταξία για την πραγματική,πάφα πούφα,άλλοτε η πραγματική αταξία για την συμβολική,πούφα πάφα,χωρίς τελικά να μπορούμε να πούμε με σιγουριά ποιά είναι η αταξία και ποιά η τάξη,και άν όντως υπάρχει ή τουλάχιστον πρέπει ή ωφελεί σε κάτι να υπάρχει αταξία και τάξη,πάφαπουφαπάφα.
Και εδώ αναγκαζόμαστε να βάλουμε στο παιχνίδι τις συμβάσεις,ωμές συμβάσεις πάφ πάφ,για να ορίζουμε σάν τάξη τον κόσμο που ομονοούν και συναινούν οι πολλοί,και σάν αταξία τον κόσμο που αντιδρούν και έρχονται σε ρήξη οι λίγοι,πάφ πούφ.
Αλλά επειδή τόσο τους πολλούς πάφ όσο και τους λίγους πούφ,μονάδες τους αποτελούν που ευκολα μπορεί να μπερδευτούν και να μήν ξέρουν πότε ανήκουν στους πολλούς και πότε στους λίγους πάφ πούφ,για αυτό και υιοθετήσαμε τα σύμβολα,τα οποία θα τα κοιτάμε και θα μας υπενθυμίζουν τι είναι τάξη και τι αταξία,που πρέπει να κατευθύνονται οι πολλοί και που οι λίγοι,ή τι πρέπει να κάνουν οι λίγοι για να γίνουν πολλοί πάφα πάφα πούφα και τι πρέπει να μήν κάνουν οι πολλοί για να μήν γίνουν λίγοι,πούφα πούφα πάφα.
Τα σύμβολα δηλαδή πάφ,είναι αυτή η σκιασμένη περιοχή στην οποία ενώνονται και ανακατεύονται οι πραγματικές και οι συμβολικές μας ζωές πούφ,έτσι που κανείς να μήν ξέρει και να μήν μπορεί να αποδείξει ,άν ζούμε πραγματικά την ανθρώπινη ζωή μας πάφ πούφ ,ή άν μιμούμαστε την ζωή που ζούμε,παφ πουφ ξανά.
Τέλος και του δεύτερου τσιγάρου και πάω για το τρίτο…..
Φσσσσσσ,πάφ πουφ παφ πουφ….και βέβαια τα σύμβολα ταυτίζονται με την αλήθεια που κατοικεί και αυτή στις σκιασμένες περιοχές,για αυτό και ο λόγος ο συμβολικός μόνο μπορεί να φτάσει στην αλήθεια,το ίδιο και η τέχνη,για αυτό και ο θεολογικός λόγος που με ειρωνευεσαι καπετάνιο είναι απαραίτητος αφού θα πρέπει να ταξιδεύουμε ανάμεσα στις δυό ζωές,διακτινιζόμενοι σάν όλον στο μέρος και σάν μέρος στο όλον,χωρίς να είμαστε μέρος χωρίς να είμαστε και όλον,έτσι που κάθε μέρος να μήν είναι μέρος άν δεν είναι όλον και κάθε όλον να μήν είναι όλον άν δέν είναι μέρος (με μιά τζούρα την έβγαλα αυτή την φράση πάφα και πάφα πούφα).
Ποιό είναι το μέρος,πάφ;
Ποιό είναι το όλον, πούφ;
Ένα παράδειγμα για τα περι συμβόλων που είπαμε παραπάνω,είναι και ο ντιούσντ και ο τρόπος που καθιστά τα βιβλία του σύμβολα αξιών του δυτικού πολιτισμού μας,αποδεχόμενος ασυζητητί τις συμβάσεις του,ευθυγραμιζόμενος με το πιστόν πολυπληθές ποίμνιον,προσκυνώντας τους άγιους εκδότες-συγγραφείς-κριτικούς,θεολογώντας υπέρ της πνευματικής μας σωτηρίας και κάθαρσης.
Και μετά μου λέει ότι εγώ θεολογώ,που τα χω όλα γραμμένα,σύμβολα και βιβλία.
Αυτός είναι ο ντιούσντ όμως,και δέν πρόκειται να αλλάξει.
Μισό λεπτό να ξανανάψω γιατί μου σβησε,πάφ πουφ….βέβαια,σωστά θα με ρωτήσει η καλή μπλίμ μπλόμ παφ πουφ,και γιατί ρε πνεύμα αντιλογίας άσπικ είναι κακό να κάνουμε αυτό που κάνει ο ντιούσντ παφ και όλος ο κόσμος παφ πουφ,αφού μάλιστα και τα σύμβολα ταυτίζονται με την αλήθεια όπως είπες πάφα πούφα;
Διότι καλό μου παιδί μπλίμ μπλόμ παφ πουφ,άν λατρέψουμε τα βιβλία αντί να τα καίμε (όπως εν γένει τα σύμβολα),χάνουμε κάθε διαλεκτική σχέση μαζί τους παφ,ματαιώνουμε την αυτοκαταστροφική φύση του κόσμου τους πουφ, και κάθε βιβλίο που ουσιαστικά επιζητά τον διάλογο με τον αναγνώστη του παφ πουφ,δηλαδή την καταστροφή του παφ πουφ παφ,θα αντιστρέφει την αλήθεια του και θα καταστρέφει τον ίδιο του τον αναγνώστη (βλέπε μοτοσυκλέτα) πουφπαφπουφ (τα σύμβολα είναι η αλήθεια,όχι επειδή μπορούμε ν α τα λατρεύουμε αλλά επειδή μπορούμε να τα ερμηνεύουμε και να τα καταστρέφουμε).
Και έτσι στο τέλος θα καταλήγουμε (για να πάρω και πάλι παράδειγμα από τους ολυμπιακούς αγώνες),δρομείς που θα τρέχουμε στον αέρα δεμένοι με σκοινιά σάν τον κινέζο στην τελετή έναρξης πιφ πιφ,επειδή ακριβώς λατρέψαμε και φτειάξαμε σύμβολα τεράστια ΠΑΦ ΠΑΦ,σάν και τον κακλαμανάκη στην προηγούμενη ολυμπιάδα μπροστά στον βωμό (να δίνετε ιδιαίτερη προσοχή στις τελετές έναρξης των ολυμπιάδων παιδιά,γιατί είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτικές) παφπουφπαφ.
Τουτέστιν λοιπόν,ο πολιτισμός μας έφθασε στο τέλος του,η ηρακλείτια λογική αρχίζει και ρετάρει,ο ορθολογισμός και ο επιστημονικός εργαλειολόγος δείχνει πιά το πραγματικό του φασιστικό πρόσωπο,για αυτό πρέπει να κόψουμε τα σκοινιά,να πάρουμε τις δάδες και να τα κάψουμε όλα,παφ.
Και επειδή τέλειωσα και το τρίτο τσιγάρο,γαμώ όλους τους στόχους προσωπικούς και συλλογικούς και ανάβω και τέταρτο.
Ναι,φσσσσσσσσ παφπουφαπαφπουφ….κάνω την προσωπική μου επανάσταση και ανάβω και τέταρτο…φσσσσσσσσ παφπουφπαφπουφ…..και πέμπτο ….φσσσσσσσσ παφπουφπαφπουφ….και όσα τσιγάρα θέλω και άς πάθω καρκίνο που λέει ο λόγος.
Φσσσσσσσ,κάψτε τα όλα τα σύμβολα και μετά καθήστε και καπνίστε ευχαριστημένοι.
Και για υστερόγραφο ανάβω ένα πούρο ΠΑΦ ΠΟΥΦ,για να πώ στον καπετάνιο,πώς εντάξει δίκιο έχει περί βορείων προαστείων,αλλά τουλάχιστον δίνω τον αγώνα με τους φασίστες και τους πατριώτες,όσο αυτός κάθεται με την παρέα του και πίνει μπύρες.
Τέλος για την ώ ρα.Πάω να πάρω τσιγάρα στο περίπτερο και θα τα ξαναπούμε σύντομα.
Εν τω μεταξύ ανοίξτε και εσείς κανένα παράθυρο γιατί ντουμανιάσαμε εδώ μέ σα.
21-08-2008 @ 09:45 [ID:9317]
Ενώ τα εξηγείς μια χαρά στην αρχή, τοποθετώντας την αλήθεια στις σκιές, στην πορεία μας προκύπτεις ασπρόμαυρος. Δηλαδή, ή λατρεύουμε τα βιβλία ή τα καίμε; Εκεί που πας να καταργήσεις τον διπολισμό, τον ξαναφέρνεις πίσω; ή μήπως πρέπει σώνει και καλά να υποστηρίξεις το β για να δείξεις πόσο άστοχο είναι το α που υποστηρίζει ο ντιουσντ;
Ένα βιβλίο μπορεί να καταστραφεί (ειδικά να αυτοκαταστραφεί) με πολλούς τρόπους, γιατί θα πρέπει αυτό να γίνει με τον πιο μπρουτάλ (δε μου’ρχεται άλλη λέξη αυτή τη στιγμή) τρόπο; Καταλαβαίνω ότι ουσιαστικά δεν υπερασπίζεσαι την πράξη αυτή καθεαυτή, αλλά την ανάγκη της απομυθοποίησης κάθε αυθεντίας, αλλά αν θεωρήσουμε το κάψιμο μια συμβολική πράξη(εν έτει 2008), τότε είναι μια ηλίθια συμβολική πράξη. Με την ίδια λογική σκοτώνουμε το διπλανό μας, για να δείξουμε με αυτό το συμβολικό τρόπο την ασημαντότητα της ανθρώπινης ζωής. Αλλά ο διπλανός μας, εν δυνάμει, μπορεί να αμυνθεί και να υπερασπιστεί τη ζωή του, ενώ το βιβλίο, όπως και κάθε αντικείμενο είναι εκ των πραγμάτων ανυπεράσπιστο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο χαρακτήρισα την πράξη μπρουτάλ. Τσάμπα μαγκιές είναι αυτά.
Δε μας τα λες καλά κύριε πάφα πούφα πάφα. Τα πολλά τσιγάρα, φαίνεται, σου θόλωσαν τον εγκέφαλο. Πφφφ…σε απομυθοποίησα κι εσένα. Μήπως να σε κάψω κι όλας, να επισφραγιστεί η διαλεκτική μας σχέση με τα αποκαΐδια σου;
Αλλού βρίσκεται η πηγή του κακού. Ίσως, αν δεν κάναμε τόσο συχνά το σφάλμα να ανάγουμε τις προσωπικές μας απόψεις σε θεωρίες που αξιώνουν ισχύ καθολικής αλήθειας, να ήταν λίγο διαφορετικά τα πράγματα.
21-08-2008 @ 12:58 [ID:9318]
Μάγκα μου! Συλλογισμός τοματοπελτές το άτομο! Ρε aspic στο Κοσμοπόλιταν διάβασες αυτά τα κοινωνιοψυχολογικά που γράφεις παραπάνω;
Τέλος πάντων, επειδή βάζεις το θέμα του καψίματος των βιβλίων στη φιλοσοφική του (ας πούμε) βάση -θα πρέπει να σου πω οτι όσοι αναφέρονται στη χρησιμότητα των βιβλίων μέσα από την ακύρωσή τους (ή το ξεπέρασμά τους αν θέλεις) μιλάνε για την αυτανάφλεξη. Αυτό υπονοεί οτι διαβάζεις το βιβλίο και καταρίπτεις το περιεχόμενό του -ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ -δημιουργώντας πάνω στα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ του συγγραφέα. Το να καις βιβλία που δεν έχεις διαβάσει δεν έχει καμιά σχέση με τα παραπάνω. Βρες λοιπόν κάτι καλύτερο για να διαφωνήσεις (αφού απλά διαφωνείς για να πεις κάτι) και άσε την παπαρολογία του στυλ “οι μαύρες τρύπες του σύμπαντος είναι υπεύθυνες για το ξυνισμένο γάλα των κατσικιών”.
21-08-2008 @ 15:21 [ID:9320]
Γιατί έτσι ρε μπλιμ μπλομ παφ πούφ;
Εγώ σου είπα να κάνουμε ντού να πάρουμε τους βολεμένους κουρέλες εδώ μέσα στο κυνήγι και εσύ έστριψες ξαφνικά και με πήρες εμένα στο κατόπι;
Και ότι έλεγα να κόψω το τσιγάρο κιόλας και τώρα με άγχωσες και με κάνεις να καπνίζω σάν φουγάρο πάλι,πάφπουφπαφπουφ.
Και σύν τοις άλλοις,με αυτά που κάνεις δίνεις θάρρος και στον μοτοσυκλέτα και νάτον τώρα να μας πουλάει μαγκιές μαρσάροντας το καλάμι που χει καβαλήσει.
Γιατί έτσι μπλίμ μπλόμ παφ πούφ;
Σωστά τα λές για τον διπολισμό,για αυτό και εγώ καταφέρομαι εναντίον του παππού ηράκλειτου που θέλει να υπάρχουν δύο αντίθετες δυνάμεις,νικητές και ηττημένοι μέσα από την καταστροφή.
Μιά δύναμη υπάρχει ουσιαστικά,αυτή και η απουσία της.
Και εμείς οι άνθρωποι,δύο ενδεχόμενα αντιμετωπίζουμε αληθινά,που στην ουσία τους όμως είναι ένα,να υπάρχουμε (ή να μήν υπάρχουμε).
Τα παιδιά που κάψαν τα βιβλία,κάναν μιά καθαρή πολιτική πράξη για να υπάρξουν.
Αυτό τώρα τους το αρνιόμαστε οι βολεμένοι,γιατί λέει καίνε τα σύμβολα του πολιτισμού μας,εξαναγκάζοντας έτσι σε ανυπαρξία όχι μόνο αυτά τα ίδια τα παιδιά,αλλά και τους ίδιους μας τους εαυτούς.
Δέν σε καταλαβαίνω καθόλου όταν λές ότι είναι μιά μπρουτάλ πράξη αυτή,και ότι τα βιβλία δέν μπορούν να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους.
Τα βιβλία,αυτά τα βιβλία ανθρώπων σάν τον γεωργιάδη έχουν οδηγήσει χιλιάδες ανθρώπους στα κρεματόρια,τους έχουν στραγγαλίσει,τους έχουν σφάξει,τους έχουν ανατινάξει,και εσύ μου λές τώρα να τους φερθούμε με λεπτότητα και να τους γυρίσουμε και την άλλη σελίδα που λέει ο λόγος;
Δέν μιλάμε περί συμβολισμού εδώ.
Μιλάμε περί μιάς ωμής πραγματικότητας.
Είπανε στα προηγούμενα τα παιδιά εδώ μέσα,πώς ο νταλί και άλλοι πολλοί ήταν υποστηρικτές του φασισμου.
Φτάνει τώρα η καλλιτεχνική τους ή πνευματική τους αξία,για να μας κάνει να τους αθωώσουμε πολιτικά;
Ο νίτσε με τα βιβλία του,ήταν ο ηθικός αυτουργός του ναζισμού και των εγκλημάτων του.
Γιατί φοβόμαστε να το παραδεχτούμε αυτό;
Τα παιδιά τα οποία καίνε τα βιβλία του γεωργιάδη,δέν καίνε βέβαια τους συγγραφείς τους,ούτε την γνώση,αλλά τα βιβλία αυτά και μόνο,σάν μέσα εξουσίας και καταστροφής,όπως είναι οι βόμβες,τα όπλα και τα οικονομικά παιχνίδια των πλουτοκρατών.
Για αυτό και κάνουν μιά έξοχη πολιτική πράξη,για να υπάρξουν,καταδεικνύοντας την απάνθρωπη πορεία που έχει πάρει ο πολιτισμός μας.
Το ίδιο έξοχη,όπως και όταν μπαίνουν στα μεγαλομπακάλικα και πετάνε έξω τις κονσέρβες στον κοσμάκη.
Σε αυτό το επίπεδο της πολιτικής πράξης μιά κονσέρβα και ένα βιβλίο είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα.
Θα μπορούσανε σίγουρα βέβαια αντί να καίνε τα βιβλία του γεωργιάδη να τα μοιράζουν στον κόσμο όπως τις κονσέρβες.Όμως για αυτά τα βιβλία θα ήταν σάν να μοίραζαν ληγμένες κονσέρβες στον κοσμάκη και να τους έπιανε όλους κόψιμο.
Οπότε καλά κάνουν τα παιδιά που προστατεύουν κιόλας και την δημόσια υγεία.
Και εμείς εδώ,οι βολεμένοι αναρχικοί με τις τρέντυ ταπετσαρίες όπως σωστά το είπες,αντί να πούμε μπράβο στα παιδιά μιάς και μεγαλώσαμε και δέν μπορούμε να δώσουμε ένα χεράκι βοηθείας και μείς,τρίβουμε αδιάφοροι τις κοιλιές μας και κάθε τόσο τα αναθεματίζουμε επειδή δήθεν δέν σέβονται τίποτα τέτοια αλητόπαιδα που είναι.
Τι δέν σέβονται;
Και έτσι τελικά οι κοινωνίες μας μέσα από τους συμβολισμούς τους,τα δήθεν και τα έτσι τους,η μόνη πολιτική τους πράξη είναι να δέχονται τα δωράκια τους,να εξαγοράζονται,όπως εξαγοράστηκαμε και εμείς με όλα αυτά τα μπλόγκς τις χάντρες και τα καθρεφτάκια που μας δώσανε,και να μήν λέμε κουβέντα.
Και όλη την δουλειά,την αποκατάσταση της ιστορίας,τις απόπειρες να υπάρξουμε πραγματικά,να περιμένουμε να τις κάνουν πέντε πιτσιρίκια και κανένας ταλαίπωρος ληστής τύπου παλαιοκώστα που έτυχε να την είδε και αριστερός.
Όλα αυτά δέν είναι ξεφτίλα;
Που διαφωνείς δηλαδή σε αυτά που μου λές ότι είναι θέμα προσωπικών απόψεων που αξιώνουν ισχύ καθολικής αλήθειας,μπλίμ μπλόμ πάφ πούφ;
ΥΓ Σε αυτά που λές μοτοσυκλέτα,που δέν διαφωνώ κατ ανάγκην (αφού όντως όπως λές τα βιβλία αυτοκαταστρέφονται αφού πρώτα τα διαβάσουμε όμως) νομίζω σου απαντώ με τα παραπάνω από το κοσμοπόλιταν σελίδα δέκα (και στα μούτρα σου).
Κάτσε όμως να σε κεράσω και ένα ωραίο τσιγάρο να συμφιλιωθουμε………
ΜΠΑΜ!!!
Χιχιχιχιχιχιχι….την πάτησε ο μοτοσακός,ηταν εκρηκτικό το ….χαρμάνι .
22-08-2008 @ 08:48 [ID:9323]
“Είπανε στα προηγούμενα τα παιδιά εδώ μέσα,πώς ο νταλί και άλλοι πολλοί ήταν υποστηρικτές του φασισμου.
Φτάνει τώρα η καλλιτεχνική τους ή πνευματική τους αξία,για να μας κάνει να τους αθωώσουμε πολιτικά;
Ο νίτσε με τα βιβλία του,ήταν ο ηθικός αυτουργός του ναζισμού και των εγκλημάτων του.
Γιατί φοβόμαστε να το παραδεχτούμε αυτό;”
Θα σε ρωτήσω κάτι απλό και θα ήθελα μια επίσης κατανοητή απάντηση για να μην το παιδεύουμε τσάμπα. Συμφωνώ με την παραπάνω παράγραφο μέσες-άκρες. Για πες μου, κατά τη γνώμη σου θα έπρεπε οι αντιφασίστες και οι αντιναζιστές να καίνε τους πίνακες του Νταλί και τα βιβλία του Νίτσε;
Υ.Γ.: Δεν καπνίζω κερασμένα τσιγάρα, έχω τα δικά μου. Και μια φιλική συμβουλή, μην βάζεις τρεις τελείες σε φράσεις όπως: “ηταν εκρηκτικό το ….χαρμάνι .” Υποβαθμίζεις το αστείο έτσι.
22-08-2008 @ 11:19 [ID:9324]
Στην ερώτησή σου μοτοσυκλέτα έχω πεί ότι γενικως είμαι της άποψης ότι επιτρέπεται να καίγονται τα πάντα και από όλους (άν και δέν είμαι και πολύ σίγουρος βέβαια).Όμως καταλαβαίνω πώς με την ερώτησή σου,εννοείς ότι άν επειδη ο νταλί και ο νίτσε ήταν ηθελημένα ή αθέλητα υποστηρικτέςτου φασισμού,τότε άν δικαιολογούμαστε και εμείς να τους ακυρώνουμε σάν μεγάλους καλλιτέχνες και διανοητές.
Η απάντησή μου είναι όχι βέβαια.
Για αυτό και στο προηγούμενο πόστ,αναφέρθηκα σε αυτούς άν μπορούμε να τους αθωώσουμε ΠΟΛΙΤΙΚΑ και όχι βέβαια για το έργο τους το οποίο κανείς δέν μπορεί να το αθωώνει ή να το καταδικάζει βέβαια με πολιτικά κριτήρια.
Τουτέστιν και οι φασίστες μπορεί να είναι μεγάλοι δημιουργοί,όπως και οι δημοκράτες.Επ αυτου νομίζω δέν πρέπει να αμφιβάλλουμε καθόλου,εκτός άν είμαστε κολλημένοι και προκατηλειμένοι.
Νομίζω πώς σίγουρα σε αυτό θα συμφωνείς και εσύ μαζί μου.
Όμως για να προχωρήσω λίγο την ερώτησή σου,στις μέρες μας που λίγο πολύ ο κόσμος έχει εξαγοραστεί και ευχαριστημένος απολαμβάνει τα δώρα του,προβληματίζομαι άν εμείς (εξαγορασμένοι επίσης),μπορούμε όχι μόνο στην ακραία μορφή να καίμε βιβλία ή να κάνουμε όποιες ακραίες αντιδραστικές πράξεις,αλλά και απλώς και μόνο να θεωρητικολογούμε ειρηνικά καταδείχνοντας έναν ανισότιμο και άδικο κόσμο που ζουμε.Διότι αφού η πλειοψηφία της κοινωνίας είναι ευχαριστημένη,αφού τα λεγόμενά μας δηλαδή δέν έχουν λαική βάση,μήπως είναι φασιστικό να προσπαθούμε να πεισουμε τους πολλούς να αλλάξουν τρόπους και συμπεριφορές;
Αλλά και άν από την άλλη,προσπαθήσουμε να δικαιολογήσουμε τα πράγματα και τους ευατούς μας,λέγοντας ότι εντάξει μωρέ,ζώα είναι οι πολλοί δέν καταλαβαίνουν τι τους γίνεται και κάποτε θα το μετανοιώσουν,τότε όμως πάλι δέν θα είναι σάν να αναζητάμε την τεκμηρίωση των θεωριών μας (και την ύπαρξή μας εντέλλει) έξω από την λαική βούληση,την συλλογική συνείδηση ή ασυνειδησία του κόσμου τελικά,πράγμα που θα σημαίνει ότι θα στρεφόμαστε σε ένα πλαίσιο κανόνων και ιδεών,ιδανικό για μάς,αλλά αφού θα είναι έξω από την λαική πραγματικότητα θα ανήκει στην σφαίρα της θεολογίας και του μεταφυσικού;
Ποιά είναι η γνώμη σου εσένα που είσαι και διαβασμένος και ψαγμένος με αυτά τα πράγματα;
Το λαό πρέπει να ακολουθούμε ή τις ιδέες μας;
Και τι αξία έχει να ακολουθείς το λαό άν πάς ενάντια στις ιδέες σου και τι αξία έχει να ακολουθείς τις ιδέες σου άν πάς ενάντια στο λαό;
Γάμησέ τα,μεγάλο πρόβλημα.
Εγώ καταλήγω τελικά,ότι δέν κάνουμε τίποτα και περιμένουμε πότε ο λαός θα ταυτιστεί με τις ιδέες,δηλαδή πιο σωστά σάν δημοκράτες που είμαστε,πότε εμείς θα προχωρήσουμε έτσι τις ιδέες που να ταυτιστούν με τον λαό.
Διότι αντιθέτως οι φασίστες,κοιτάνε πώς να προχωρήσουν έτσι τον λαό για να ταυτιστεί με τις ιδέες τους.
Για αυτό και πολλές φορές φασίστες και δημοκράτες μπερδεύονται και δέν ξέρουμε ποιός είναι ποιός.
Μάλιστα.
Και έτσι φθάνει η σκέψη μας να γίνεται τοματοπελτές που με κοροιδεύεις,αλλά τουλάχιστον είναι μιά ειλικρινής παραδοχή της ανθρώπινης αδυναμίας μας , να βάλουμε σε τάξη τον κόσμο (εσωτερικό και εξωτερικό,φανταστικό και πραγματικό).
ΥΓ Φχαριστώ για την συμβουλή.Και σου δίνω και εγώ μία,ότι η τράκα έχει καλύτερα και πιο αρωματικά τσιγάρα,ενίοτε και πιο (χωρίς τελείες) εκρηκτικά.
25-08-2008 @ 10:33 [ID:9329]
Εντάξει, υποθέτω, οτι κατάλαβα την απάντησή σου. Προσθέτω, καθαρά διευκρινιστικά, οτι γενικώς εχέσθη ο Νταλίς αν τον ακυρώσουμε εμείς σαν καλλιτέχνη. Από την άλλη πλευρά, όντως υπάρχουν τρομακτικά καλλιτεχνικά έργα παντού. Βλέπε Λένι Ρίφενσταλ, ας πούμε. Τελικά, η όλη διαδικασία με τι έχει να κάνει; Νομίζω με τη γνωριμία του καθεαυτού έργου. Εγώ τον Νταλί τον σιχαίνομαι, ας πούμε, όχι επειδή είναι (ή δεν είναι φασίστας) αλλά επειδή τα έργα του μου θυμίζουν λιωμένο παστέλι. Γούστα είναι αυτά. Αλλά -για να εκτιμήσεις κάτι (η εκτίμηση δεν έχει πάντα θετικό πρόσημο) θα πρέπει να το γνωρίζεις. Αν πάω και κάψω τα βιβλία του Λιακόπουλου, τα οποία δεν έχω διαβάσει, είμαι πολύ κοντά στις κυρούλες που καίγανε τον Τελευταίο Πειρασμό (αδίκως) και το Μ εις την Ν (δικαίως κατά τη γνώμη μου).
Για τα υπόλοιπα που αναφέρεις, να τι πιστεύω:
Έχω μια αντίληψη των πραγμάτων και την έχω για την πάρτη μου. Χέστηκα αν θα την περάσω στον κόσμο, χέστηκα αν θα ηγηθώ της επανάστασης, αν θα την ακολουθήσω ή αν θα αποτελέσω τον πρώτο της κρεμασμένο από τον οργισμένο λαό -τελικά. Την αντίληψή μου την κουβεντιάζω (δεν την έχω κρυφή άλλωστε), όχι για να πείσω, αλλά για να την διαμορφώσω -κουβεντιάζω με τον Ντιουσντ π.χ. και αντλώ επιχειρήματα υπέρ, κουβεντιάζω μαζί σου και ελέγχω κατά πόσο η αντίληψή μου στέκει και κατά πόσο μπάζει, άρα χρειάζεται να αλλαχτεί (λίγο ή πολύ).
ΟΜΩΣ …
επειδή έτσι είναι για μένα τα πράγματα δεν θέλω να κινήσω τα πλήθη. Μακάρι να είχα την απόλυτη αλήθεια, μακάρι έστω να είχα την επαναστατική πλάνη -δεν τα έχω. Όταν τα αποκτήσω, θα τα τυπώσω σε μπροσούρες, μέχρι τότε σκουντάω τις μέρες να περνάνε.
Επίσης, η άποψη “εντάξει μωρέ, ζώα είναι και δεν καταλαβαίνουν” δεν είναι πολύ κοντινή σε μένα. Γιατί, αν δεν καταλαβαίνουν, αλλά εγώ έχω καταλάβει -είμαι εντελώς μουνόπανο που δεν τους εξηγώ.
28-08-2008 @ 15:30 [ID:9353]
εμενα μου αρεσε εκει που της τον εχωσε αιφνιδιαστικα στο γκωλο και της εριχνε σκαμπιλια στα κωλομαγουλα
παλια με εφτιαχναν αυτα οταν τα διαβαζα
επισης χθες το βραδυ μου ειπε η paperfloat οτι επανεμφανιστηκε ο ασπικ στο μπλογκ του φιλντιουσντ και ειπα να δω τι παιζει
δηλαδη ειναι σα να επανεμφανιζεται ο τζακ νικολσον μετα απο αποχη
δε θα παω να δω ? σιγα μην παω ,αλλα την ταινια θα την κατεβασω να τη δω τζαμπε στο σπιτι …αυτο ακριβως που εκανα και τωρα …τζαμπε στο σπιτι
οσο για τα βιβλια που καινε κατα καιρους οι διαφοροι μαλλον καλα κανουν αφου ετσι γουσταρουν
δηλαδη ποιος ειμαι εγω που θα τους πω τι θα κανουν ….
αφου εχουμε πολεμο δεν εχουμε ?
σπαζομαι μετα που βγαινουν και λενε στα μιντια μας εδειραν οι χρυσαυγιτες μας εδειραν τα ματ …ρε μαγκες αφου εχουμε πολεμο τι θελατε να σας πεταξουν λουλουδια ? (χωρις τις γλαστρες)
και ενταξει κατανοητο ειναι το γιατι ριχνουν την κλαψα …ειναι τα γνωστα κολπα της προπαγανδας εν καιρω πολεμου για να παρουν την κοινη γνωμη με το μερος τους
απλα λεω οτι δε μου ακουγεται ομορφο και σωστο …στο μαχητη δεν ταιριαζει η κλαψα και το μπλα μπλα
με λιγα λογια η διαφορα μεταξυ του χιτλερ που εκαψε βιβλια και αυτων που καινε βιβλια του αδωνη ειναι οτι ο χιτλερ οταν τις ετρωγε δε βγηκε να κλαφτει
γενικα οι τυπου χιτλερ εχουν μεινει λιγο πισω στην πολεμικη τεχνη …πανε
να κερδισουν μονο με την ωμη δυναμη και ξεχνουν την πονηρια …γι αυτο και θα ειναι παντα χαμενοι …οχι οτι δεν προσπαθουν οταν τους δινεται ο λογος ( ξεκινουν βεβαια και απο πολυ αδυναμη θεση καθως οι “ιδεες” τους ειναι πολυ ντεκαβλε για τη μαζα )
ενω απο την αλλη μερια υπαρχει καλη ενορχηστρωση …πρωτα γαμαμε το συμπαν (καλα κανουν τα παιδια) και μετα βγαινουμε στα μεσα να κλαφτουμε γιατι ενω γαμουσαμε το συμπαν μας συνελαβαν οι εξουσιαστες και μας ανοιξε τη μυτη το παρακρατος …αϊντε βρε παιδια κλειστε τη ρημαδα την τηλεοραση γιατι ετσι ειναι σα να πατε να κερδισετε το συστημα ενω παιζετε εν μερει μεσα σε αυτο….και αυτο δε γινεται γιατι τελικα το συστημα εκμεταλευεται οποιον αποφασιζει να παιξει με τους κανονες του …εστω και επιλεκτικα με ενα μερος των κανονων του .
και λεγοντας αυτο ερχομαι στη φαση που ο φιλντιουσντ και ο μοτοσυκλετας λενε οτι δεν ειναι σωστο να καινε τα βιβλια του αδωνη και γενικα κανενα βιβλιο και λεω και στους δυο ελεω ραδιοκασμπα συναδελφους οτι μπορει να ακουγεται πολυ σωστο αυτο που λενε αλλα το συστημα κατι τετοια εκμεταλευεται και μας υποδουλωνει
τωρα το ρεζουμε ποιο ειναι ? ειναι οτι δεν μπορουμε να τα εχουμε ολα σ’ αυτη τη ζωη …..ή υποδουλωμενοι θα ζησουμε στα κλουβακια που νομιζουμε ασφαλη παρεα με τις ψευδαισθησεις μας ή θα τα καψουμε ολα παρεα με τους συντροφους μας και οποιος αντεξει να ξαναχτισει καινουρια κλουβακια πιο κοντα στα προσωπικα του γουστα (γεια σου νιτσε ) ή μόνοι μας στα τουρκοβουνια να γαμαμε και να δερνουμε .
γενικα ηταν καλο πραμα η επιστροφη του τζακ ασπικ …. θενξ του πεϊπερ φορ δε ινφο .
28-08-2008 @ 20:52 [ID:9354]
“μόνοι μας στα τουρκοβουνια να γαμαμε και να δερνουμε ”
νταξει φοβερη η ατακα αλλα να ξερετε φιλες και φιλοι οτι ειναι ειρωνικη
το ξεκαθαριζω για να μην παρεξηγηθουμε και καθως υπηρξα μονος στα τουρκοβουνια που νομιζε οτι γαμουσε κι εδερνε ,ειναι καθαρα αυτοειρωνικη
τοσο αύτο που ξεπερναει και την αύτο-ικανοποιηση που νοιωθει καποιος μονος στα τουρκοβουνια οταν σκιζει κωλαρακια και ριχνει μπατσους στα κωλομαγουλα
τουλαχιστον ειχαμε ηθικο ( εκτος απο πολυ ροκ εν ρολ ,πολυ λιγο σεξ και καθολου ναρκωτικα που λεει κι ο ποιητης ή καπως ετσι )
31-08-2008 @ 15:10 [ID:9357]
Γιέέέέπ!
έσκασα μύτη λέμε!
(ξέρω, ξέρω είμαι η αιτία του κνησμού στις Γκρίζες Ζώνες σας!)
Λοιπόν, γκαμάουα το βιβλίο λέμε (και φχαριστώ για την αναφορά Deuced).
Το θέμα όμως είναι πως, το “νοιώθεις”, μόνο αν έχεις περάσει αντίστοιχες “φάσεις” ή είχες την τύχη να βιώσεις ποτέ αυτήν την “οπτική” της παρέας, όπως πολύ σωστά ανέφερες και εσύ.
Αν δεν έχεις κάτι που να “φέρνει” σε αναλογο βίωμα, τότε κατα πάσα πιθανότητα, θα κάνεις κριτική τύπου “Δανίκα”.
Μόλις βάλω γρήγορο ιντερνετ θα τα ματαξαναπούμε.
Υ.Γ.
Γειά σου “ρουφιάνε”. Δώσε φιλιά (Ξέρεις εσύ ποιός και ξέρεις που…)
31-08-2008 @ 15:28 [ID:9358]
Α! Ξέχασα!
Ρε συ, βάλε μερικά μαγαζιά ακόμη στην αφιέρωση:
Rock Coffee στο Αιγάλεω , την Βικτώρια στον Κορυδαλλό, την Ombre, το Rock Club στο Κεφαλάρι, το Dragon Fly στην Ακαδημίας …
Παραλειπόμενο: το ανορθόγραφο (επίτηδες άραγε;) sticker του “Stand” που έγραφε “Born to be Stand”!
Επιπρόσθετα δε, ο Μοτοσακός για ξεκάρφωμα δεν ανέφερε την Atomic και την Tower στο Περιστέρι, την Retro στην Συγγρού, τις Καρυάτιδες στην Πλάκα όταν υπεύθυνος ήταν ο Μάνος Ξυδούς(!!),την ABC κοντά στην πλατεία Αμερικής.
(Εμ τι νόμιζες Μοτοσακέ; Μόνο εσύ έπαιρνες μέρος σε διαγωνισμούς χορού με έπαθλο ρούχα από τον “Πανταζώνα” στην Κάνιγγος;;;)
31-08-2008 @ 16:58 [ID:9359]
Ρε Βλάχο γκιράπι ήσουνα τελικά; Δε σου τόχα! Οι Καρυάτιδες δεν αναφέρθηκαν βεβαίως επίτηδες -κάποια πράγματα είναι καλύτερα να μείνουν ξεχασμένα. Τα υπόλοιπα μαγαζία όντως τα ξέχασα.
Lefty φίλε μου, να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Δεν ήταν ποτέ η θέση μου στο προηγούμενο ποστ του Deuced οτι δεν πρέπει να καίγονται τα βιβλία τελεία και παύλα. Η θέση μου ήταν εξαρχής “δεν ξέρω”. Πάει να πει, καθαρά θυμικά είμαι μαζί με όσους καίνε και πλακώνουν στο ξύλο φασίστες (αρκεί να μην την πέφτουν 10 σε έναν, γιατί τόσο κότα, ούτε είμαι, ούτε γουστάρω να φαίνομαι). Από εκεί και πέρα, όταν ξεκινήσει η επανάσταση, ή έστω πόλεμος που λες, να καούν βιβλία κα να κρεμαστούν άνθρωποι -αυτή είναι η δική μου άποψη. Αλλά τώρα δεν βλέπω τίποτα τέτοιο, απλά τζάμπα μαγκιές βλέπω και μηδέν πέρασμα των απόψεων στον κόσμο. Άρα δεν βλέπω τίποτα να βγαίνει από την όλη φάση, πέρα από εκτόνωση. Αυτά βλέπω και δεν έχω σαφή άποψη επί του θέματος.
Υ.Γ.: Θα δώσω φιλιά.
02-09-2008 @ 23:39 [ID:9363]
δεν τάδωσες ποτέ τα φιλιά όμως…
03-09-2008 @ 08:48 [ID:9367]
Χαχα, παραδόσεις μόνο κατ’ οίκον. Χρυσός κανόνας της εταιρείας μας -τα φιλιά παραδίδονται μόνο με την επίδειξη σχετικού μάγουλου του δικαιούχου.
Υ.Γ.: Τιμαί λογικαί
12-09-2008 @ 10:02 [ID:9390]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
“Η τεράστια δύναμη τον ολοκληρωτικού κράτους βρίσκεται στο ότι εξαναγκάζει αυτούς που του αντιτίθενται να το μιμηθούν.”
Αντολφ Χίτλερ
(ειναι κατι που πρεπει να μας βαζει σε σκεψεις …σωστα?)
12-09-2008 @ 10:52 [ID:9391]
Ο Αδόλφος το είπε αυτό ή ο Λούλης;
12-09-2008 @ 14:55 [ID:9392]
Εγώ έχω να πω ότι τον deuced μάλλον τον κατάπιε μαύρη τρύπα.
Άντε ρε αφήστε τα μπλα μπλα και πάτε να τον βοηθήσετε. :p
Ναι λέφτυ εσένα λέω. Να που είναι οι down unders, μια ευθεία κάτω, πετάξου λίγο :p
Όχι δεν έχω να γράψω τίποτα αστείο ή έξυπνο, αυτά ήθελα να πω.
Φέρτε το deuced back.
Και καλό σ/κ.
Α.
Απαιτώ το ‘Are you a spammer?’ να γίνει και πάλι ‘Are you a trol?’
Μη νομίζεις deuced πως δεν απάντησα ‘yes’. Oh yes
15-09-2008 @ 10:37 [ID:9397]
Μόλις στρώσει το χέρι μου ξανα και έρθει το ιντερνετ θα σας φάω όλους! Μέχρι τότε περιμένω…
16-09-2008 @ 02:26 [ID:9399]
http://www.altfactor.ath.cx/library/stuff/3rdreich/dh.html
παντως εγω εκει το διαβασα
εσυ τι λες σειρα ?
ποιος το ειπε ?
16-09-2008 @ 08:07 [ID:9400]
Αμαν!
Ρε σταμάτα να διαβάζεις τέτοιες ιστορίες!
Γιατί αντί για τσίπουρο θα φτιάχνεις… μεσκαλίνη!