Posted at 26-01-2007 @ 10:18 by ..::DeUCeD::.. in Deamons
Η ανταρσία της μουστάρδας
Αλέξανδρος Αραμπατζής
Εκδ. Μανδραγόρας
Σελ. 47 - 54
Κάτω από το θανατηφόρο βλέμμα του πομπού ψυχορραγεί ο ανυποψίαστος δέκτης
Θα μπορούσα, ίσως να διηγηθώ σε σας τη ζωή μου, καλέ μου κύριε, που το δίχως άλλο είστε καλόκαρδος άνθρωπος, αξιοπρεπής και με εξαιρετικά αισθήματα.
Αχ, καλέ μου κύριε, αλίμονο, η ζωή με άφησε μόνο, με άφησε ακόμη μισότυφλο και κουλοχέρη, με μισό κορμί και λιγοστό μυαλό, ένας αληθινός σακάτης, καλέ μου κύριε, που κοστίζει όσο μια δαχτυλήθρα, ένας αληθινός σακάτης, κύριε, που κοστίζει όσο και μια άχρηστη σφυρίχτρα. Ένας σακάτης, κύριε, πώς ν’ αγαπήσει και να παντρευτεί, να ζήσει και να τεκνοποιήσει; Α, μια ζωή θυμάμαι τον εαυτό μου καταγής, κύριε, η φαντασία μου όμως ήταν ποτάμι που πλημμύριζε με μουσική το σκοτεινό κελί μου. Ο αδελφός μου με φιλούσε και με ξύριζε κάθε πρωί, με διαβεβαίωνε πως ο καιρός έξω ήταν καλός, κι έφευγε βιαστικός για τη δουλεία του. Εγώ άκουγα έξω τη βροχή να πέφτει και τον κόσμο να τρέχει, όμως δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο από το να ονειρεύομαι και να ζουλάω νευρικά τα ψίχουλα πάνω στο σακατεμένο τραπέζι.
Κάθε πρωί ξυπνώ, καλέ μου κύριε, με τη στυφή γεύση που αφήνει στο στόμα το δαγκωμένο αυτί ενός εφιάλτη και με την πικρή διαπίστωση ότι κάθε βράδυ χάνω τον εαυτό μου και κάθε πρωί βρίσκω στη θέση του έναν αγουροξυπνημένο ξένο. Όταν η μνήμη μου ζωντανεύει κάθε πρωί, θυμάμαι πράγματα λίγο-πολύ σκληρά, λίγο-πολύ ακατανόητα. Θυμάμαι γεγονότα που δεν ορκίζομαι βέβαια πως είναι αληθινά, αμφιβάλλω όμως αν είναι απραγματοποίητα. Θυμάμαι ιστορίες με συνηθισμένη πλοκή που έχουν όμως ασυνήθιστα αποτελέσματα μέσα σε μια συνηθισμένη ζωή. Τόσα καλοκαίρια και χειμώνες, άλλοτε με κοντομάνικο φανελάκι, άλλοτε με βαρύ παλτό η ζωή συνήθισε να δέχεται τις αλλαγές πάντα με τις συνηθισμένες, γραφειοκρατικές διατυπώσεις. Η ζωή τρέφεται από την ομοιομορφία, όπως οι γάτες από τις σάρκες των ποντικών. Οι άνθρωποι βρίσκουν συνήθως την αγάπη πολύ σκληρή για να μπορέσουν να την αντέξουν και το μίσος ανήθικο μεν, αλλά αρκετά βαρύ για να μπορέσουν να το ξεφορτωθούν. Ζουν με την αγάπη παγιδευμένη σε λιμνασμένα νερά και το μίσος να αρμενίζει σε μια θάλασσα παράνοιας. Θέλω να νιώσω κάποτε στην καρδιά μου τη χαρά, καλέ μου κύριε, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που βρίσκεις εύκολα στα στενά περιθώρια μιας καρδιάς. Δε θέλω να κάνω κακό σε κανέναν, το κακό όμως που κάνω είναι ένα καλό που αδικαιολόγητα παρεξηγήθηκε. Θα χαθώ ολόκληρος όταν πιστέψω πως μ’ έχει κυριέψει μια ανίατη νόσος που κατατρώει το αίσθημα.
Από μικρός πίστευα, καλέ μου κύριε, πως με κάθε λέξη νου ζωντανεύει μια ιστορία και με κάθε ιστορία ζωντανεύει ένα αλύτρωτο φάντασμα μνήμης. Μόνο που δυστυχώς η κάθε μου λέξη αρνείται την οποιαδήποτε ιστορία και η οποιαδήποτε ιστορία, που γεννιέται ύστερα από επίμονη μάχη, νεκρώνει τη μνήμη και ζωντανεύει απλώς φαντάσματα.
Το φάντασμα της μνήμης με παιδεύει απόψε.
Είμαι τρομοκρατημένος από τη Γνώση.
Είμαι πικραμένος από την Άγνοια.
Φοβάμαι τον Θεό σαν Επιστάτη.
Το όνομά μου ακούγεται κούφιο και ξερό.
Η κάθε αλήθεια καίει σαν θειάφι.
Αυτό το άσκοπο ταξίδι στη Χερσόνησο της Μνήμης.
Μάταιο, Απαράμιλλο, Άχρονο αστράφτει.
Με τη βοήθεια των Μουσών και των Μουσώνων
σαν επιχρυσωμένη κατσαρόλα.
Ξαπλωμένος καταγής, καλέ μου κύριε, στην άκρη του μεγάλου δρόμου, επαιτώ τη συμπόνια. Δεν είμαι άγιος, βέβαια, γιατί στα αποδοκιμαστικά βλέμματα των περαστικών απαντώ με αποδοκιμαστικές χειρονομίες και κωμικούς μορφασμούς.
Στις ωραίες κυρίες, που με προσπερνούν με φρίκη, φωνάζω:
Είμαι το ωραίο μεθυσμένο παιδί, κυρία. Καλημέρα σας.
Στους ωραίους κυρίους, που με προσπερνούν με φρίκη, φωνάζω:
Είμαι το ωραίο μεθυσμένο παιδί, κύριε. Καλημέρα σας. Καλημέρα σε όλους, λοιπόν.
Παρ’ όλ’ αυτά κρίνω πως είμαι συμπαθητικό παιδί, καλέ μου κύριε, με αρκετά ενδιαφέρουσες ιδέες, τολμώ να πω. Όταν είμαι μόνος πασαλείβομαι ολόκληρος έπαρση και μουσταλευριά και φρονώ πως έχω την τύχη να οργανώνω το πάθος στη Χώρα των Μύθων (Ελλάς). Η ζωή, βέβαια, όπως καταλαβαίνετε, με καταρρακώνει, αλλά στο κάτω κάτω, διάβολε, εμένα και μια πορδή ακόμη μπορεί να με καταρρακώσει.
Ο αδελφός μου ομολογουμένως, καλέ μου κύριε, αν και το δίχως άλλο καλόκαρδος άνθρωπος σαν κι σάς, αξιοπρεπής και με εξαιρετικά απέναντί μου αισθήματα, είναι εν τούτοις και λιγάκι νευρικός και καμιά φορά με δέρνει αλύπητα. Εγώ όμως τον αγαπώ και τον συγχωρώ γιατί ξέρω ότι έχει δίκιο. Ξέρω ότι είμαι άνοστος, αστείος, εκνευριστικός, Αράπης, Μογγόλος, γύφτος, αλλήθωρος, σπανός και φαλακρός. Όμως εμένα δε με αγγίζει τίποτα από όλα αυτά, καλέ μου κύριε, γιατί όπως καταλαβαίνεται είμαι ανώτερος άνθρωπος εγώ. Είμαι κύριος, είμαι τζέντλεμαν που λένε, και η εκπληκτική αυτή δύσμορφη φιγούρα μου με συγκινεί, η απίστευτη ασκήμια μου με συνεπαίρνει. Θα διαπιστώσατε άλλωστε, πιστεύω, ότι διαθέτω το πιο θριαμβευτικό ύφος του κόσμου και δεν παύω να βροντοφωνάζω πως η μοναξιά θα με γεννήσει καταπέλτη. Πίσω μου αφήνω ανθρωπάκια που ψελλίζουν προσευχές στον κύριό τους να ευλογεί τους φίλους τους και να βασανίζει τους εχθρούς τους, ανθρωπάκια που αφήνουν πίσω τους μια μοίρα νεκρή και μια μνήμη νεκρή σαν ψόφια προβατίνα.
Τι στο καλό είμαι εγώ, καλέ μου κύριε, αναρωτιέμαι. Τι κάνω; Γιατί το κάνω; Μήπως είμαι παρανοϊκός; Γιατί συνεχίζω να ζω κάνοντας σινιάλα σε συνειδήσεις που δεν ανταποκρίνονται ποτέ; Μια συνείδηση είναι ένα νησί, όπως κι ο άνθρωπος. Η συνείδηση βρίσκεται πάντα μόνη κι επιπλέει σ’ έναν ωκεανό μοναξιάς, χαμένη, εξαφανισμένη, αφανισμένη, απορημένη, σχεδόν ανύπαρκτη. Τι είναι μια συνείδηση; Μια συνείδηση είναι η εικόνα της χαμένης Ατλαντίδας.
Διανύω μια διαδρομή μιζέριας σ’ έναν Ξεθωριασμένο Χάρτη των Πεπρωμένων. Η μοίρα είναι αδυσώπητη για ένα λόγο: γιατί εξαρτάται από το χρόνο. Ένα χρόνο ανυπόφορα αργό, ένα χρόνο ανυπόφορα γρήγορο. Ποια είναι τελικά η πηγή της ευτυχίας σ’ αυτό τον κόσμο; Σίγουρα η σιγουριά. Και η πηγή της σιγουριάς; Το χρήμα. Ο θεός να ευλογεί κι εμάς τους απένταρους επαίτες.
«Ωστόσο, το βρίσκω πολύ αστείο να επιμένεις πως υπάρχεις ακόμα. Εσύ και τ’ αρχίδι σου», λέει ο Τάκης Σινόπουλος. Επιτρέψατέ μου να πω, πως ο στίχος αυτός γράφτηκε αποκλειστικά για μένα, για μένα που στοιβαγμένος στα ράφια ολόκληρης της ένδοξης κατοπινής μου ζωής αφρίζω, καλέ μου κύριε, στο άγγιγμα ενός πάθους κερατένιου, αφρίζω στην έκλαμψη του ρήματος «νιώθω». Κι όμως εγώ, το θαύμα άνεσης, δυσκολεύομαι να δανειστώ μια εικόνα από τον έξω κόσμο και να την οξυγονοκολλήσω στη μνήμη σαν σπασμένο πόδι τραπεζιού. Μου ζητάνε τόσα πολλά πράγματα, μα τόσα πολλά πράγματα, που η ψυχή μου ανοίγει στα δύο και το πνεύμα μου αρχίζει να χάσκει. Παρεμπιπτόντως, ίσως σ’ εσάς μπορώ να εμπιστευτώ τη θεωρία μου περί ψυχής, την οποία θα σας αναλύσω κάποια άλλη φορά. Εδώ απλώς σας αναφέρω ότι ο κώλος είναι ο μόνος δρόμος επικοινωνίας με την ψυχή, γι’ αυτό από την τρύπα αυτή πηγάζει τόση δυσωδία. Συνεχίζω λέγοντάς σας ότι νιώθω αυτή τη μεθυπνωτική χαύνωση που παραλύει το αποκαμωμένο μου κορμί όπως ακριβώς στο τέλος ενός μαραθώνιου ηδονής ή τουρνουά ελληνορωμαϊκής πάλης. Νιώθω μέσα στο σλίπ μου το κάθιδρο πέος και νιώθω το μυαλό νερουλιασμένο και τη μνήμη νερουλιασμένη και τα βλέφαρα βαριά σαν σίδερο.
Στη θάλασσα της μελαγχολίας, καλέ μου κύριε, ανέλπιδος ταξιδιώτης μιας χώρας χωρίς όνομα. Όλη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι και το πρωί με βρήκε τσακισμένο, ένας φριχτός εφιάλτης κάγχαζε μες στο κρανίο μου σαν τρελός, δάγκωνε όλο μου το κορμί με δόντια από γρανίτη και με σούβλιζε στη φωτιά μ’ ένα άγριο πάθος Τούρκου μακελάρη.
Μισώ τον κόσμο που με φοβίζει, καλέ μου κύριε.
Φοβίζω τον κόσμο που με μισεί.
Φοβάμαι τον κόσμο που με μισεί.
Μην με αναγκάσεις να δω τον κόσμο κατάματα, καλέ μου κύριε, δεν μπορώ ν’ αντικρίσω στα μάτια σου αυτό το άγριο ζώο που είμαι, αυτό το άγριο ζώο να κοιτάξω κατάματα.
Αυτός ο Σκύλος λοιπόν είμαι Εγώ;
Καταμεσής της Άγριας Κόλασης…
Ρωτώ τους συνανθρώπους μου, που λες καλέ μου κύριε, αν έχουν δει άλλη φορά μια ανθρώπινη ύπαρξη να σπαράζει και να σπαρταράει σ’ ένα πεζοδρόμιο με τόσο πάθος, με τόση αληθοφάνεια. Ο καθένας από εμάς τραβάει το δρόμο του σ’ αυτό τον κόσμο, κι αν κάποτε συναντήσει κάποιον που κάποτε συνάντησε, θα πει: «Μα, ναι, αυτόν τον συνάντησα κάπου. Αλλά που; Μα φυσικά, τώρα θυμήθηκα. Είναι ο παλαβός που ξάπλωνε στο πεζοδρόμιο και πετούσε μαλακίες». Έτσι δε θά’ λεγες κι εσύ, καλέ μου κύριε;
Εγώ το ωραίο, μεθυσμένο από οίστρο παιδί, ξαπλωμένο στην άκρη του μεγάλου δρόμου, ρωτώ τους συνανθρώπους μου επίμονα και φορτικά αν τελικά πιστεύουνε πως κρύβεται κάποια αλήθεια στην πραγματικότητα ή ο κλοιός της φαντασίωσης έγινε τόσο ασφυκτικός όσο μια αστυνομική πολιορκία, αν πιστεύουνε πως αυτό το κατά τη γνώμη τους άνοστο αστείο έπρεπε κάποτε να τελειώσει.
Ω, καλέ μου κύριε, ναι σ’ εσάς απευθύνομαι και σας ερωτώ: «Μήπως ξέρετε να μου απαντήσετε αν ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα υπάρχει μια ενδιάμεση κατάσταση;» Ω, καλέ μου κύριε, σας διαβεβαιώ, όταν στο χωρικό δώσεις ψωμί θα το φάει αλλά θα σε κοιτάξει ύποπτα, όταν πιάσεις ένα πουλί πρέπει να του στρίψεις το λαρύγγι προτού σε τσιμπήσει, πρέπει να σκοτώσεις κάποιους πριν βαρεθείς τους σκοτωμένους, πρέπει να χορτάσεις τον έρωτα πριν βαρεθείς την αγάπη, γιατί, καλέ μου κύριε, πιστεύω πως δε θα βρεθεί ποτέ απάντηση σε τόσο φανταστικές πραγματικότητες, τόσο πραγματικές σαν ερωτικές οπτασίες, τόσο φανταστικές σαν τα τελάρα της αγοράς, φανταστικές πραγματικότητες που αλέθουν τις πράξεις και τα όνειρα στα γρανάζια του χρόνου. Μέσα στην περιστρεφόμενη κάμαρα που ζω φυλακισμένος αντηχεί κάπου κάπου ένα κλάμα γυναίκας, ένα κλαψούρισμα μωρού, ο βήχας ενός γέρου, αντηχεί κάπου κάπου και το μουγκρητό του θανάτου σαν τρένο που πλησιάζει περνώντας τη σκοτεινή γαλαρία, αντηχεί σπαρακτικά και ο ρόγχος της τελευταίας ημέρας. Κι εγώ, πάντα εγώ, βαλσαμωμένη μούμια μες στο βασίλειο της φαντασίωσης, καλέ μου κύριε κι εξαιρετικέ μου φίλε, θ’ ακούσω για τελευταία φορά το αίμα να κυλάει στο κορμί μου σαν ηλεκτρικό ρεύμα και για τελευταία φορά θ’ ακούσω τον αποκρουστικό αδελφό μου Αρθούρο Ρεμπώ να διατυμπανίζει: «Ο αέρας και ο κόσμος που δε γυρέψαμε ποτέ. Η ζωή».

Copied & Posted by DeBM @ 18 Nov 2004



26-01-2007 @ 11:13
Το πιο βαθύ σκοτάδι-Λειβαδίτης και Γώγου-Morrison και Μπουκόφσκι-Αγάπη- Κόλαση- Και Υγρά Έρχεται Το Τέλος.
27-01-2007 @ 16:31
Πάρε επαίτη λατρευτέ δύο δεκάρες – αυτές αντιστοιχούν στην ποίηση που εγώ καταλαβαίνω. Το βλέπεις, είμαι άνθρωπος καλός – δέξου τον οβολό μου. Κι αν τον δεχτείς ορκίζομαι να πάψω να σε φοβάμαι, να κλείσω την αρτηρία που στέλνει ενοχές βαθιά μες την καρδιά μου. Να φύγουν τα δέκατα της μνήμης μου για σένα.
Μήπως έχω πυρετό άλλε μου εαυτέ; Τι είναι αυτά που γράφω μεσημεριάτικα; Πολύ καλός ο Αραμπατζής. Με τόσους αγγλοσάξονες που διαβάζω μου έχουν διαφύγει οι συντοπίτες μου, σε ευχαριστώ για τη γνωριμία.
18-02-2008 @ 22:25
natalia hello
18-02-2008 @ 22:31
Μήπως ξέρετε να μου απαντήσετε αν ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα υπάρχει μια ενδιάμεση κατάσταση;