Χτες τα ‘πινα στο νεοϊδρυθέν ίδρυμα της γειτονιάς μου, αυτό που φιλοξενεί άπορους απόμαχους της ζωής… αυτό που προσφέρει θαλπωρή στους κυκλοφοριακούς ταξιδιώτες…

Σκυμμένος πάνω στον ελάχιστο αφρό, παρατηρώντας εξεταστικά τις μπουρμπουλήθρες της δικιάς μου Guinness, νιώθω ένα ελαφρό σκούντημα από το κακέκτυπο φάντασμα του διπλανού σκαμπό. Χωρίς να γυρίσω το κεφάλι μου, το οποίο σημειώστε πως υποφέρει από ελαφρά χρόνια δυσκαμψία, διακρίνω με τη πρασινισμένη άκρη του ματιού μου, ένα κοκαλιάρικο χέρι ν’ ακουμπά δίπλα μου ένα σφηνάκι τιγκαρισμένο με κατακίτρινη OLMEGA.

«Τι διάβολο είναι αυτό», ψέλλισα καθόλου αδιάφορα.
«Η πληρωμή σου!», απάντησε το φάντασμα.
«Είναι πολλά γι’ αυτά που έχω κάνει μα είναι ψίχουλα γι’ αυτά που δεν έχω ζήσει», άρθρωσα, «και δε σκοπεύω να δώσω ρέστα σε κανένα!», συνέχισα.
«Σκάσε και πίνε, ανίδεε μικροαστέ», ανταπάντησε ο κοκαλιάρης χλέμπουρας.

Σήκωσα το σφηνάκι αργά, κράτησα με το αριστερό μου χέρι το «φύλλο» πορτοκάλι, σχεδόν κατάπια το περιεχόμενο σε κλάσματα δευτερολέπτου, ακουμπάω το μικρό ποτηράκι ανάποδα στο μπαρ, ενώ άμεσα δαγκώνω το πορτοκάλι για να διατηρήσω τη νηνεμία στη θάλασσα της μπύρας που παλινδρομικά και σε αργούς ρυθμούς πηγαινοέρχεται στο στομάχι μου. Αντιλαμβάνομαι πως το φάντασμα έχει ήδη κάνει τις ίδιες κινήσεις. Σκέπτομαι πως είναι ώρα να γυρίσω να τον δω, αρκετά τράβηξε το αστείο, είναι ώρα να οχυρώσω την άμυνά μου μιας και σκόπευα να περάσω ακόμα λίγη ώρα σ’ αυτό τον αχυρώνα αλκοολικών γαιδάρων που έμπλεξα.

Τεντώνω τη σπονδυλική μου στήλη (ακούγοντας παράλληλα το χαρακτηριστικό «κρακ-κρακ» που κάνουν τα άλατα από τα πιασμένα μου κόκαλα) και υποστρέφω ελάχιστα αριστερά, κρατώντας πάντα τη νοητή ευθεία γραμμή, που ενώνει τη μεγάλη μου μύτη με τις τρύπιες μου μπότες δια μέσου του στομάχου μου, ακριβώς κάθετα με το γεμάτο γόπες τσιμεντένιο δάπεδο του ανθρώπινου γκαράζ στο οποίο παρευρέθην εκείνη την κακιά μα τυχαία στιγμή της ζωής μου.

Αντικρίζω επιτέλους το αναίσθητο κοκαλιάρικο κάθαρμα που φυτοζωεί παραπλεύρως. Πραγματικά, ένα μάτσο κόκαλα να ντύνουν ολόγυρα το πεταχτό γλοιώδικο στομάχι. Κιτρινισμένη άσπρη καπαρντίνα με ψηλό γιακά που σχεδόν στηρίζει το αφύσικα μικρό κεφάλι ενώ τα χαρακτηριστικά ρουφηχτά μάγουλα τονίζουν τους τεράστια άδειους άσπρους βολβούς που ξεχύνονται από τις κόκκινες κόγχες. Αυτιά «μεταξουργείο», στόμα πρησμένο, χαμόγελο επιφανειακά ζοφερό, με αποτέλεσμα το κίτρινο των δοντιών να αλληλοσυμπληρώνει τον βαθύτερο τόνο της καπαρντίνας που περιβάλλει την αποκρουστική αυτή παράπλευρη σκιά.

Κρατώντας την ψυχραιμία μου αλλά και την επιθυμία μου για ένα σύντομο φόνο πριν παραγγείλω το τέταρτο μεγάλο ποτήρι της μαύρης θάλασσας που σταδιακά αγριεύει μέσα μου, προσεγγίζω το αρνητικό τούτο προαίσθημα που ορθώνεται απέναντί μου ρωτώντας το με τα δόντια χωρίς να κουνώ σχεδόν τα χείλη μου…

«Πως σε λένε γκιόζη?»
«Manson», απαντά το έκτρωμα του δημιουργού, που εκείνες τις μέρες γιορτάζει τα 2000+ γενέθλια του προκομμένου του.
«Τι σκατά όνομα είναι αυτό?» αγριεύω σφίγγοντας τη δεξιά μου γροθιά ασυναίσθητα.
«Zω αρκετά χρόνια εδώ, όμως δεν ήθελα να πάρω ένα από τα ηλίθια ονόματα σας και να το παίζω σαν κι εσάς, ήθελα να διαφέρω» ανταπάντησε το εξωγήινο παπάρι που τολμά να μου μιλά.
«Αυτό σίγουρα μεγάλε, μπορώ να στο υπογράψω» ανταπάντησα, χωρίς όμως να μου φύγει ίχνος χαμόγελου. Την ώρα εκείνη αναρωτήθηκα αν η ασφάλεια του CZ 75B Compact που ‘χα ζαλωμένο στον κόρφο μου, ήταν τραβηγμένη ή όχι. Χάρηκα όμως που το προτίμησα αντί του Glock που συνήθως χρησιμοποιώ για τη «δουλειά», μιας που συνάδει με το ρετρό look του άθλιου υπόγειου στο οποίο είχα κατέβει εδώ και ώρα.

Ο απαρεμφατικά ύποπτος σκελετωμένος δίπλα μου έκανε νεύμα στον μπάρμαν. Δυο ακόμα κίτρινα ζουμιά στα χαρακτηριστικά μικρά ποτήρια προσγειώθηκαν μπροστά μας, παράλληλα μ’ ένα ακόμα μεγάλο ποτήρι γεμάτο με το κατάδικό μου μαύρο ωκεανό. Εξαφάνισα το κίτρινο πύων στο στομάχι μου νιώθοντας τον ξεδιάντροπα χαμένο να κάνει το ίδιο, σκουπίζοντας τα σάλια του με το μανίκι της κίτρινης καπαρντίνας.

«Τι σκατά τώρα γυρεύεις από μένα σαλταρισμένε?», ρωτώ αρχίζοντας να χάνω την υπομονή μου.
«Σε θέλω να «σκουπίσεις» κάποιον, αυτή δεν είναι η δουλειά σου? Άσε λοιπόν τα σάπια και πες μου τι γυρεύεις γι’ αυτό.»
«Αν πραγματικά το θέλεις αυτό αγοράκι, γιατί δε το κάνεις μονάχος σου. Δε φαίνεσαι φλούφλης, ούτε και ματσό. Θα σου στοιχίσει και φτηνότερα, εκτός κι αν είσαι κότα!» ανταποδίδω τη περιστασιακή του φιλοφρόνηση.
«Θα το ‘κανα ευχαρίστως εγώ, αλλά δε μπορώ, βλέπεις, εμένα θέλω να «σκουπίσεις». Μη ξαφνιάζεσαι, καθαρή δουλειά, χωρίς φόβο, εύκολη, ακίνδυνη και το κέρδος μικρό μα εγγυημένο. Τι λες?»
«Λέω πως το κεφάλι σου σταμάτησε να λειτουργεί, αλλά με τρια χιλιαρικάκια μπορώ να σου εγγυηθώ πως δε πρόκειται να ανανήψει ποτέ! Τουλάχιστον σ’ αυτή τη ζωή. Χαχαχαχα.», τέλειωσα το σπασμωδικά περήφανα χλευαστικό γέλιο μου με μια ακόμα γουλιά Guinness, παρατηρώντας τη γκόμενα με το tattoo στην άκρη του μπαρ να κάνει εμετό στη πατσαβούρα του μπάρμαν, που για κακή του τύχη είχε ξεχάσει, λίγο πριν αρχίσει να αδειάζει τα τασάκια.

«Γιατί μου φέρεσαι σα σκουπίδι, ούτως ή άλλως θα με σκοτώσεις, δε σου φτάνει αυτό?» ρωτά με αγένεια το μοναχικό κόκαλο που καθόταν δίπλα μου.
«Αμα σ’ αρέσει» αντιγύρισα και υπέστρεψα το κορμό μου στην κάθετα ελάχιστα σκυφτή, όμως κλασσική μου θέση στη μπάρα.
«Εντάξει, όπως θες, πες μου πότε και που» απάντησε ο χαμένα κίτρινος άγγελος, ακουμπώντας ένα ματσάκι μαρουλόφυλλα στον πάγκο, τα οποία, το επόμενο δευτερόλεπτο, ξεκουραζόντουσαν προσωρινά στην εσωτερική μου τσέπη, ακριβώς απέναντι από το μαύρο μου CZ.

«Κάτσε να τελειώσω τη μπύρα μου και θα πάμε έξω να σου πω», γρύλισα.

Ένιωθα την ανάγκη για ένα ακόμα σφηνάκι τώρα που ο καταραμένος dj είχε βάλει το χτικιασμένο perfect day αλλά ο μπάρμαν ήταν στην άλλη άκρη σκουπίζοντας εμετούς «ξεπλένοντας» τη πατσαβούρα –σιγά μην άλλαζε καινούργια.

Άδειασα το ποτήρι μου, σηκώθηκα και με νεύμα υπέδειξα στο χαμένο κορμί και άϋλο πνεύμα που με προσέλαβε, να τακτοποιήσει το λογαριασμό. Γύρισα προς την έξοδο, κρατώντας το κράνος μου περασμένο στον αγκώνα, έχοντας όμως φορέσει τα λεπτά δερμάτινα γάντια μου.
Βγήκα και πήγα γραμμή στο καβασάκι, που ήταν παρκαρισμένο έξω από τη λαϊκό μουσικό πορνείο που είχα αφεθεί σήμερα. Έβαλα το κλειδί και εκείνο ξεκίνησε να γουργουρίζει άναρχα. Πάντα ήθελε ζέσταμα μερικά δευτερόλεπτα. Κοίταξα προς την πόρτα που εκείνη τη στιγμή άνοιγε. Ο σαλταρισμένος-για-τα-καλά-κιτρινομάτης έβγαινε σκυφτός. Ξεχώριζες την κιτρινισμένα άσπρη καπαρντίνα από αρκετά μέτρα μέσα στη νύχτα. Άραγε τι δουλειά να έκανε. Ζωγράφος? Ποιητής? Φιλόλογος? Κριτικός? Είχα «σκουπίσει» κι άλλες φορές ανθρώπους των γραμμάτων. Τους καταλάβαινα εύκολα. Τα ζαρωμένα, χωρίς νύχια, μακρουλά χέρια τους πρόδιδαν. Κι εκείνο το χαμένο βλέμμα που δείχνει πως πάντα κάτι μεγαλόπνοο σκέφτονται.

Η υποκίτρινη σκια με πλησίασε. «Λοιπόν?» με ρωτά. Ρίχνω μια σύντομη ματιά τριγύρω. Κανείς. Μόνο ένα ζευγάρι να χαμουρεύεται καμμια πενηνταριά μέτρα πιο κάτω και σποραδική κίνηση αυτοκινήτων στον κεντρικό δρόμο, μετά το στενό.
«Μισό λεπτό», λέω βγάζοντας τα μπλε γκωλουάζ και το ζιπο. Αφήνω «τυχαία» το ζιπο να πέσει κοντά στα πόδια του. Σκύβει να τον πιάσει. Πριν προλάβει να σηκωθεί το CZ είναι στο σβέρκο του απασφαλισμένο.

ΜΠΑΜ! ΜΠΑΜ! ΜΠΑΜ!

Τράβηξα γρήγορα τρεις φορές τη σκανδάλη. Η ξεθωριασμένα βρώμικη καπαρντίνα σκεπάζει το βρωμερό υποκείμενο της ζωής, που τώρα πια θα συμμετάσχει στη γιορτή που διοργανώνει ο δημιουργός μας αυτοπροσώπως. Μόνο ένα άδειο-πια-από-σκέψεις σιχαμένα διαλυμένο κεφάλι φαίνεται, ανακατεμένο με αίμα, μυαλά κι ανησυχίες. Εκτός από ένα βολβό που κύλησε στο φραγμένο λούκι των όμβριων.

Το επόμενο λεπτό με βρίσκει καβάλα στο καβασακι, να κάνω σφήνες, οδηγώντας με το ένα χέρι και με το άλλο να χαϊδεύω το στήθος μου από τη πλευρά που είναι το «ματσάκι».

«Πρέπει να πάρω μια γυναίκα απόψε», σκέφτηκα…

FLGD @ 18 Dec 2004

Tags: § §

8 Comments

Go to Comment Form »
  1.   FranSin said:

    29-01-2007 @ 02:55

    [+]

    Χμμμ..δολοφονικά ένστικτα ανακατεμένα καλά με αλκόολ...Να προσέχεις αυτούς τους συνδυασμούς..είναι οι πιο επι... ...

  2.   Η Μικρή Ολλανδέζα said:

    29-01-2007 @ 10:43

    [-]

    Καλα μου ‘πε ο ΜΒ οτι δεν θα καταλάβω τίποτα……

  3.   sorry_girl said:

    29-01-2007 @ 10:48

    [-]

    Απόλαυση ρε.

  4.   The Motorcycle boy said:

    29-01-2007 @ 13:28

    [+]

    Εγώ σε προειδοποίησα Ολλανδέζα, αλλά εσένα θα σε φάει η περιέργεια! Υ.Γ.1.: Λάθος κάνεις δικέ μου, δεν τους ξεφορ... ...

  5.   katsg333 said:

    29-01-2007 @ 15:32

    [-]

    sin city μου θύμισε, χωρίς αυτο όμως να σημαίνει ότι χάνει το παραμικρό η μαγεία τησ αφήγησης.

  6.   Mantalena Parianos said:

    29-01-2007 @ 16:27

    [-]

    χικ

  7.   alexandra said:

    29-01-2007 @ 20:40

    [-]

    Αυτα ειναι…

  8.   parafonos said:

    30-01-2007 @ 01:45

    [-]

    χα το κατάλαβα ;)


Post a Comment

Are you a SPAMMER?   YES     NO   (required)