Θα ‘μουνα, δε θα ‘μουνα, γύρω στα 14… παραθερίζαμε στο Πλάτανο, κοντά στην Ακράτα… κλασσικές εποχές που ο πατέρας δούλευε κι έμενε στην Αθήνα κι εγώ με τον αδερφό μου και τη μάνα μου απολαμβάναμε λίγη από τη φύση και τη θάλασσα… εκεί γνώριζα πολλούς που κάνανε το ίδιο, αποτυχημένες, συνήθως, μικροαστικές οικογένειες που “έκαναν ότι μπορούσαν” για τα παιδιά τους…

Εκεί γνώρισα τον Κώστα… ήταν γύρω στα 15… ήταν όμως χοντρός… πολύ χοντρός… πάρα πολύ χοντρός… και μύριζε άσχημα… πολύ άσχημα… και δεν ερχότανε ποτέ για μπάνιο… ποτέ… κι έτσι, όταν θέλαμε να τον δούμε, περνάγαμε από το σπίτι που παραθέριζε και παίζαμε επιτραπέζια… και λέγαμε μαλακίες… κι ήταν “καλό” παιδί… έτσι λέγανε οι μανάδες… “να ένα καλό παιδί”… αλλά εμένα δε μ’ άρεσε… επειδή ήταν χοντρός… πολύ χοντρός… κι όταν μίλαγε του φεύγανε τα σάλια… κι εγώ τον πείραζα… δεν τον κορόιδευα… αλλά άκου να δεις τι του ‘φτιαχνα… εμένα ποτέ δε μ’ άρεσαν τα παγωτά… μονάχα οι μηλόπιτες… ούτε γλυκά τρώω… μέχρι σήμερα… όμως επειδή αυτός ήταν χοντρός… πολύ χοντρός… δεν τον άφηναν να τρώει γλυκά… ούτε παγωτά… κι εκείνο το καλοκαίρι, κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι, χάλαγα το μηδαμινό μου χαρτζιλίκι για ν αγοράζω παγωτά και να τα τρώω μπροστά του… και να βλέπω τα σάλια του να κρέμονται… να τρέχουνε… και να βλέπω να νιώθει ζήλια… σα να με παρακάλαγε να σταματήσω κάθε φορά… κι εγώ εκεί… να τρώω τα παγωτά μου… ήταν οι στιγμές που τον ταπείνωνα… που τον έκανα να ξεχνάει τι θέλει να πει… που γινότανε μια “ρόμπα“…

Kάποια όμως μέρα το παράκανα… έφαγα πολλά παγωτά… και μ’ έπιασε κόψιμο… πρέπει να ‘μουνα και κρυωμένος… κι εκεί που ήμουνα δε μπορούσα να βρω τουαλέτα… μόνο στου Κώστα το σπίτι… ή… μα στου χοντρού το σπίτι το απέκλεια… σιχαινόμουνα!… ε όχι να χέσω στη χέστρα του χοντρού!… και να μου ‘χει και υποχρέωση!… έτσι τράβηξα στη θάλασσα… βρήκα ένα ήσυχο μέρος… που δεν είχε κοντά κόσμο… μπήκα… έκανα πως κολυμπούσα χαλαρά… μα είχα κατεβάσει το μαγιό… και τ’ άφησα… τα άφησα όλα… ένιωθα ένοχος μα κι απελευθερωμένος… έκανα όσο πιο γρήγορα μπορούσα… σκουπίστηκα και με το δάχτυλο… μετά το έτριψα στο νερό να το καθαρίσω… σήκωσα το μαγιό… και βγήκα… ξαναπήγα στου Κώστα μετά από λίγο…

Άρχισε να φυσά ένα μικρό αεράκι… κοίταξα στη παραλία… ακόμα στο σπίτι του Κώστα ήμουνα… παίζαμε stratego… θα ‘χε περάσει γύρω στη μια ώρα… οι παραθεριστές είχαν βγει από τη θάλασσα… τη κοιτούσαν και μιλούσαν μεταξύ τους… άφησα κι εγώ τον Κώστα και πήγα στη παραλία…

- κοίτα, κοίτα, πρέπει να τους κλείσουνε μέσα!
- ναι, μα ν αφήνουν τόσες βρωμιές τα καράβια!
- κι άντε τώρα να καθαρίσει!
- αν το ‘ξερα δε θα ‘τρωγα τους αχινούς σήμερα!

μουρμούραγαν όλοι τους.

Κοίταξα τη θάλασσα… μικρά, πολύ μικρά, μικρά σαν φυλλαράκια, μικρά σκατουλάκια, λεπτά και καφετιά… απλωμένα παντού… σ’ όλη τη παραλία… κανένας δεν έκανε μπάνιο… κανένας δεν έκανε για πέντε μέρες… μέχρι να καθαρίσει το σκατό από τη θάλασσα…

Αγόρασα ακόμα ένα παγωτό και γύρισα στο σπίτι του Κώστα… του ‘πα τι λέγανε οι παραθεριστές… και πως αφήνουνε βρωμιές τα πλοία… έφυγα μόλις τέλειωσα το παγωτό μου… έγλυψα μέχρι και το ξυλάκι… και το δάχτυλό μου ακόμα μύριζε…

FLGD @ 18 Oct 2004

Tags:

0 Comments

Post a Comment

Are you a SPAMMER?   YES     NO   (required)