Posted at 08-10-2007 @ 22:45 by Reader in Readers War
Και εγώ που λες φίλ δεν δούλευα πάντα εδώ στα χωράφια και στους αγρούς. Παλιά (υποθέτω την εποχή που εσύ έκανες μελέτες πάνω στα λουκάνικα και την επίδρασή τους στην συμπεριφορά του μέσου πότη), δούλευα σε ένα τσίρκο στην αμερική.
Η ιστορία ξεκίνησε όταν ξεμυαλίστηκα από μια αμερικάνα που γνώρισα στο λαγονήσι. Την ακολούθησα στην πατρίδα της και όταν μετά από λίγους μήνες έφαγα τις λίγες οικονομίες που είχα μαζί μου, η αμερικάνα που της είχαν περάσει τώρα τα μέλια και οι γλύκες, μου το δήλωσε ορθά κοφτά πώς δέν ήταν διατεθειμένη να συντηρεί τεμπέληδες, όπως μας θεωρούσε όλους εδώ στο ελλάντα.
Λίγο πιο κάτω από κεί που μέναμε, δίπλα σε ένα μεγάλο πάρκο, υπήρχε ένα τσίρκο.
Καθότι χασομέρης όλο αυτό τον καιρό, είχα περιπλανηθεί αρκετές φορές εκτός παράστασης στις μόνιμες εγκαταστάσεις του και εκτός των άλλων, μου είχαν κάνει εντύπωση τα πλούσια γεύματα που ταίζαν τα άγρια θηρία στα κλουβιά τους.
Η αμερική μπορεί να ζητάει απόλυτη υπακοή και παραγωγικότητα από τα ζώα της, αλλά τα ταίζει καλά, θυμάμαι ότι είχα σκεφθεί τότε.
Όταν λοιπόν βρέθηκα στην ανάγκη που λές, πήγα στον υπεύθυνο και του είπα, κοίτα να δεις, βάλτε μου καθημερινώς σε ένα δίσκο λίγο από αυτά που τρώνε τα ζώα, μαζί και ένα πακέτο από αυτά που καπνίζεις, και εγώ να σας σκουπίζω τα κλουβιά, να κάνω και κανά μπάνιο στα ζώα, ακόμη και να τα ξεσκατίζω άμα χρειαστεί.
Ο υπεύθυνος χαμογέλασε, μάλλον θα τον ικανοποίησε και ο τρόπος που του δήλωσα ότι με έχει κόψει η λόρδα (η αμερική απαιτεί πρωτοτυπία μόνο στον τρόπο που θα εισαχθείς στο σύστημά της, ξαναθυμάμαι πώς σκέφθηκα τότε) με είδε και στέκα όπως ήμουν τότε νέος και με πήρε.
Σκούπιζα τα κλουβιά, φρόντιζα τα ζώα και τα τάιζα, κέρδιζα και εγώ το φαί μου και ένα αξιοπρεπές βδομαδιάτικο κάθε δευτέρα (δευτέρες πληρώνουν τους υπαλλήλους τους τα τσίρκα άμα θέλετε να ξέρετε).
Όλα πήγαιναν ωραία και καλά, είχα πιάσει και φιλίες με μερικά ζώα και πολλές φορές γευματίζαμε μαζί τα μεσημέρια στα κλουβιά τους.
Τα βράδια συνήθως βοηθούσα τους φροντιστές στην σκηνή,πολλές φορές άμα έλειπε κανένα από τα κλούνια (έτσι λέγαμε τους τριτοκλασάτους κλόουν) μου βάζανε μια στολή και έτρεχα και εγώ γύρω γύρω.
Δεν έκανα τίποτα σπουδαία πράγματα, να τίποτα καψούλια μου σκάγανε στο κώλο από κανένα κόλπο του ταχυδακτυλουργου και εγώ πεταγόμουν στον αέρα δήθεν ξαφνιασμένος ή καμμιά τίγρης με έπαιρνε πάλι δήθεν στο κυνήγι και εγώ σκουντουφλούσα καθώς προσπαθούσα να ξεφύγω.
Καλά ήτανε δεν είχα παράπονο, μέχρι που ένα μεσημέρι, καθώς περνούσα κλουβί κλουβί ταίζοντας τα ζώα με το φαγητό που είχα στους κουβάδες, ξαφνικά αντίκρισα σε ένα από αυτά ένα ασυνήθιστο «ζώο» που κοιμόταν.
Σταμάτησα απορημένος και το κοίταγα.
Εμένα πάντως μου έμοιαζε με άνθρωπο,αλλά αφού το είχαν στο κλουβί, ίσως τελικά να ήταν κανένα είδος σπάνιου γορίλλα που έμοιαζε με άνθρωπο.
Αλλά γιατί το είχαν ντύσει και με ρούχα;
Τέλος πάντων συνέχισα να περνάω τα κλουβιά, μέχρι που τέλειωσα και ξαναγύρισα πίσω στο κλουβί με το περίεργο ζώο και στάθηκα εκεί αρκετή ώρα να το κοιτάζω.
Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε, κάνοντάς με να πεταχτώ ένα δυό βήματα πίσω ξαφνιασμένος.
«Τι κοιτάζεις»; με ρώτησε.
«Σε κοίταζα γιατί δεν ήξερα αν ήσουν γορίλλας ή άνθρωπος» του απάντησα ηλίθια.
Παρόλα αυτά, δεν παρεξηγήθηκε από την άστοχη απάντησή μου αλλά άρχισε να γελάει δυνατά καθώς έβγαινε από το κλουβί, δίνοντάς μου μια φιλική μεν αλλά αρκετά δυνατή σφαλιάρα δε, που με έκανε να φέρω μισή βόλτα γύρω από τον εαυτό μου μαζί με τους άδειους κουβάδες που στροβίλιζαν στον αέρα.
Ήταν ένας σαραντάρης νέγρος, επαγγελματίας κλόουν, που τον είχαν πάρει μεταγραφή από ένα τσίρκο του νότου και απλώς είχε φθάσει ξημερώματα και σκέφθηκε να βρει ένα άδειο κλουβί να κοιμηθεί.
Καλός στην δουλειά του, παρόλο που δεν του άρεσε με τίποτα.
Γίναμε φίλοι και συνέχεια με ρώταγε: «κοίτα με ρε, μου ταιριάζει εμένα να κάνω τον κλόουν;».
Όντως δεν του ταίριαζε, αφού ήταν ένας γεροδεμένος ψηλός νέγρος με αγριωπό βλέμμα και πρόσωπο κάθε άλλο παρά αστείο. Παρόλα αυτά του απαντούσα ότι τελικά η στολή κάνει τον άνθρωπο, κάνοντάς τον όμως έτσι να εξοργίζεται και να χτυπάει με γροθιές τον αέρα καθώς μιλούσε δυνατά. Εγώ τον ήξερα και φρόντιζα να είμαι μακριά σε αυτές τις περιπτώσεις.
Με τον καιρό που λες φίλ, άρχισε να δοκιμάζει διάφορα κόλπα ακροβατικά.
Τα κατάφερνε ικανοποιητικά, αλλά όχι σαν τους επαγγελματίες ακροβάτες όμως.
Και όταν ζήτησε από την διεύθυνση να βγει στην σκηνή σαν ακροβάτης, του απάντησαν πώς είναι κλόουν και για αυτό τον προσέλαβαν και μόνο.
Εξοργισμένος και πάλι ο ταλαίπωρος ο μαύρος, έφευγε χτυπώντας με γροθιές τον αέρα.
Τέλος πάντων να μην στα πολυλογώ, αποφάσισε παράτυπα, σαν κλόουν, να προσθέσει στα νούμερά του και ένα δυό ακροβατικά.
Ήθελε ο κόσμος μιά φορά έστω,να τον αποθεώσει, χωρίς να γελάει μαζί του.
Ξεκίνησε με απλά, κάτι κολπάκια με δίσκους και δακτυλίους που πέταγε στον αέρα και τέτοια, αλλά ο κόσμος επέμενε να γελάει και μόνο μαζί του.
Μετά το χόντρυνε, και αποφάσισε να τρέχει πάνω στο συρματόσχοινο του ισορροπιστή με το μικρό αστείο ποδήλατο.
Κανείς δεν τον πήρε σοβαρά όμως και όλοι εξακολουθούσαν να γελάνε μαζί του.
Εγώ του το πα, πώς με την στολή του κλόουν και αυτό το ποδήλατο, με τις κορδέλες και τα κονσερβοκούτια που είχε δεμένα πίσω του, ότι και να κάνει, ο κόσμος θα γελάει μαζί του. Αυτός όμως επέμενε και είπε πώς θα πρέπει να ανεβάσει το σκοινί μερικά μέτρα ψηλότερα, να κόψει την ανάσα των θεατών.
Τις επόμενες μέρες ανέβασε το σκοινί αρκετά ψηλότερα, όμως όλοι συνέχιζαν να γελάνε και μόνο μαζί του.
Μιά φορά θυμάμαι,έχασε την ισορροπία του πάνω στο σκοινί και έπεσε με την πλάτη στο πάτωμα. Και παρόλο που το πάτωμα ήταν από μαλακό πλαστικό, η πτώση ήταν τόσο δυνατή που του έσπασε αρκετά πλευρά.
Τον θυμάμαι τότε καθώς έτρεξα από πάνω του, να με ρωτάει με σφιγμένο σαγόνι από πόνο, αν βλέπω έστω και ένα θεατή που να κοιτάει συνεπαρμένος από το θέαμα, ή έστω με αγωνία, χωρίς να γελάει.
Έψαξα γύρω γύρω, μα δεν υπήρχε κανείς.
Όλοι γελούσαν μαζί του.
Του το ξανάπα, ότι με την στολή του κλόουν που φοράει μόνο το γέλιο θα προκαλεί.
Και ο κόσμος είναι αρκετά μακριά για να δει κάτι άλλο εκτός από αυτή την στολή.
Αυτός επέμενε όμως, ότι θα έπρεπε να κάνει το νούμερο του πιο επικίνδυνο ακόμη.
Και τότε σκέφτηκε το φοβερό.
Να τρέχει πάνω στο σκοινί με το ποδήλατο, καθώς πηγαινοέρχονται κάθετα σε αυτό και στο ύψος του, άλλα σκοινιά που θα είχαν δεμένα μαχαίρια στις άκρες τους.
Ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος από τους υπαλλήλους μπόρεσε να τον μεταπείσει και απλώς τον βοηθούσαμε όλο το διάστημα που έκανε εξάσκηση, δένοντας στα σκοινιά αντί για μαχαίρια, κουτιά από κοκακόλες με άμμο μέσα, υπολογίζοντας να έχουν το ίδιο βάρος (με τα μαχαίρια).
Έκανε αρκετό καιρό εξάσκηση, μέχρι που τελικά ήλθε η μέρα να βγει στη σκηνή με πραγματικά πλέον μαχαίρια.
Τους υπεύθυνους του τσίρκο, καθόλου δεν τους ένοιαζε αν κάνει κάτι τέτοιο, αφού το ζητούμενο για αυτούς ήταν να γελάσει ο κόσμος.
Αυτό το βράδυ λοιπόν, αφού τέλειωσε τα συνηθισμένα του αστεία σάν κλόουν, ήλθε η ώρα που θα έδινε την ριψοκίνδυνη παράσταση με τα μαχαίρια.
Θα έτρεχε με το χρωματιστό ποδηλατάκι πάνω στο σκοινί, ενώ κάθε τρία δεύτερα θα απελευθερώνονταν αυτόματα με ένα αυτοσχέδιο μηχανισμό που είχαμε φτειάξει τα είκοσι σκοινιά (δέκα δεξιά και δέκα αριστερά) με τα μαχαίρια δεμένα στις άκρες τους. Αυτά τα σκοινιά ήταν ακινητοποιημένα σε μεγάλο ύψος και θα έφθαναν στην ψηλότερη ταχύτητά τους,ακριβώς την ώρα που θα περνούσαν πάνω στο συρματόσκοινο που θα έτρεχε αυτός με το ποδήλατο.
Είχαμε υπολογίσει, πώς αν κρατούσε μια συγκεκριμένη ταχύτητα, θα περνούσε σώος και αβλαβής το σκοινί, καθώς τα δεξιά μαχαίρια θα περνούσαν ξεστά πίσω του και τα αριστερά ξυστά μπροστά του.
Θα υπήρχε δηλαδή ένας μετακινούμενος κενός χώρος που θα έπρεπε να φροντίζει να είναι συνέχεια μέσα του.
Το νούμερο άρχισε.
Εγώ τραβήχτηκα αρκετά πίσω, παρακολουθώντας πότε τα σκοινιά με τα μαχαίρια που αποδεσμεύονταν και έσχιζαν τον αέρα, πότε τον ίδιο.
Τα πήγαινε καλά, είχε κάνει τα δύο τρίτα της διαδρομής χωρίς να τον βρεί κανένα μαχαίρι.
Συνέχιζε, πρέπει να έμεναν ακόμη γύρω στα τέσσερα πέντε μαχαίρια, όταν τον είδα για μιά στιγμή να γυρνάει το πρόσωπο προς το κοινό και στα επόμενα δέκατα το ποδήλατο να ταλαντεύεται ελάχιστα δεξιά αριστερά.
Ένα, δύο, τρία, μαχαίρια, καρφώθηκαν πάνω του, κάνοντάς τον να τιναχτεί πάνω στο ποδήλατο, χωρίς όμως να χάνει την ισορροπία του, προκαλώντας όμως στον ανυποψίαστο κοσμο ακόμη περισσότερο γέλιο.
Όντως και εγώ το ομολογώ, πώς αυτό που συνέβαινε ήταν πολύ αστείο για να ταν τόσο τραγικά αληθινό.
Κατάφερε να φθάσει στο πλάγιο σκοινί που υπήρχε στο τέλος και να κατέβει στο πάτωμα.
Κανείς από τους θεατές δεν θα μπορούσε να ξέρει ότι το νούμερο ήταν αληθινό και ότι ένας κλόουν θα μπορούσε να κάνει ένα τόσο επικίνδυνο νούμερο με αληθινά μαχαίρια, για αυτό και όλοι απλώς γελούσαν δυνατά.
Ακόμη και όταν ήταν πεσμένος στο πάτωμα, όλοι γελούσαν.
Τρέξαμε γρήγορα κοντά του. Η στολή είχε γεμίσει αίματα. Προσπαθούσε κάτι να πει, σίγουρα θα ήθελε να ρωτήσει αν κάποιος δεν γελούσε, αλλά γρήγορα παραιτήθηκε από την προσπάθεια.
Μετά από αυτό φίλ, έμεινα λίγες μέρες ακόμη στο τσίρκο μέχρι να ετοιμάσω τα πράγματα μου και διάφορες διατυπώσεις και γύρισα πίσω.
Μόνο την τελευταία μέρα στο τσίρκο, και εκεί που έκανα ένα ανόητο νούμερο ενός αδέξιου σερβιτόρου που κράταγε ένα δίσκο με φαγητά, χωρίς να το έχω σχεδιάσει, αυθόρμητα, ίσως και για να εκδικηθώ έστω και με αυτό τον αθώο τρόπο, άφησα όλο το δίσκο με σούπες και ποτά να πέσει πάνω στην πρώτη σειρά των θεατών.
Από τότε όμως που γύρισα πίσω καπετάν σαχλαμάρα, εκτός του ότι δέν ξεμυαλίζομαι πια με τις αμερικάνες και εν γένει με κανενός είδους αμερικανιά, δεν μπορώ να ξεφύγω και απο αυτή την συνήθεια. Πλέον την εξασκώ, συνειδητά και οργανωμένα. Όποτε βλέπω κοινό, τους πετάω κάτι, ότι βρώ, γιαούρτια, σούπες, αυγά, τομάτες, ότι έχω.
Δεν τα έχω τόσο με τους επιχειρηματίες όπως εσύ, όσο με αυτό το κοινό, γιατί πιστεύω ότι, είναι αρκετά ηλίθιο,επειδή δεν μπορεί να δει από κοντά τα πρόσωπα των άλλων και την τραγικότητά τους. Πάντα τα βλέπει από μακρυά, αλλά όχι και αποστασιοποιημένα,γιατί είναι εξαρτημένο από το θέαμα. Αυτός που θα τα έβλεπε έτσι (αποστασιοποιημένα) θα έπρεπε να ήταν πέρα από τα πρόσωπα αλλά και πέρα από το κοινό.
Διότι η αλήθεια τελικά, νομίζω πώς είναι η απόσταση που έχουμε από τα πράγματα. Και θεωρώ θα πρέπει να είμαστε πολύ κοντά ή πολύ μακριά, αλλά ποτέ στο ανάμεσα, εκεί στο κοινό.
Το ίδιο κοινό λοιπόν συναντώ τώρα και εδώ στο τσίρκο του διαδικτύου. Απρόσωπο και ηλίθιο που απλώς θέλει να περάσει καλά, απολαμβάνοντας το θέαμα και εξαρτημένο βέβαια από παντός τύπου αμερικανισμούς.
Καμμιά προσέγγιση στο πρόσωπο, κανένα βίωμα, καμμια ποιοτική αλλαγή στον τρόπο που ανεβαίνει η παράσταση. Απλώς τσίρκα, τσίρκα παντού, και εδώ τσίρκα και εκεί τσίρκα, που περιμένουν να γεμίσουν από το δικό τους ηλίθιο κοινό.
Πάει και το μεταμοντέρνο,πάει και ο νέος αριστερός λόγος, μαχαιρώθηκε από τα αριστερά και τα δεξιά μαχαίρια.
Και ξέρεις που είναι το λαθος φίλ;
Ότι την κρίσιμη στιγμή που πάμε να ξεφύγουμε από το επικίνδυνο σχοινί που ισορροπούμε, κοιτάμε πίσω αν έχουμε συναρπάσει το κοινό και τα μαχαίρια μας πετσοκόβουν.
Για αυτό επέτρεψέ μου σάν μπάμπης που απευθύνεται σε πρόσωπο να σε εκτιμώ ιδιαίτερα και να αναγνωρίζω ένα σωρό χαρίσματα και προτερήματα σε σένα και να βρίσκω και το τσίρκο που έφτιαξες εδώ, πρώτο,το ίδιο να σέβομαι και το χαμίνι αλλά και τα άλλα παιδιά που δεν ξέρω, αλλά σαν ασπικ, κάπταιν σαχλαμάρα φίλη, που παρακολουθεί το κοινό,να ρίχνω και σε σένα και σε όλους σας γενικώς τους ανώνυμα επώνυμους και επώνυμα ανώνυμους, από ένα γιαούρτι και ένα αυγό.
ΣΠΛΑΑΑΑΑΑΦΣΣΣΣΣΣΣΣ!!!!
Δημοσιεύθηκε από τον aspic.
[ΣτΜ: ο συγγραφέας προσφωνεί «φιλ» τον DeUCeD]



09-10-2007 @ 11:04
“Διότι η αλήθεια τελικά, νομίζω πώς είναι η απόσταση που έχουμε από τα πράγματα”
Όπως λέμε πως η κωμωδία είναι τραγωδία με απόσταση χρόνου;
Νίτρο μορς ξανά.
09-10-2007 @ 14:42
Τώρα πες μου, τι περιμένεις να κάνει το κοινό σου εδώ παρά ξαφνιασμένο να σηκωθεί και να τινάξει τα ρούχα του για να φύγουν τα γιαούρτια, μα και να παραπονεθεί στην διεύθυνση για κείνον τον «αδέξιο» παλαβό που συνέχεια τους λερώνει και δεν τους αφήνει να ευχαριστηθούν την παράσταση.
Ομολογώ όμως πως έχεις αντιληφθεί καλά τους ρόλους και την σημειολογία τους στο χρόνο αλλά πρέπει ευθαρσώς να σου επισημάνω πως ΚΙ ΕΣΥ βλέπεις αυτούς τους ρόλους στερεοτυπικά. Πως αλλιώς να τους δεις, θα με ρωτήσεις, αφού οι ρόλοι τελικά χαρακτηρίζουν το υποκείμενο κι όχι το υποκείμενο τους ρόλους. Εγκλωβίζεσαι όμως σε αυτό που «υπάρχει» ξεχνώντας «τη δυνατότητα να υπάρξει».
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:
Είναι αληθινή η παρατήρησή σου σε ότι αφορά το κοινό που απρόσωπο πηγαίνει σε μια παράσταση τσίρκου για να δει το αντίστοιχο θέαμα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε θεωρώντας πως αυτός που φορά τη στολή του κλόουν είναι εκείνος με τον οποίο θα πρέπει να γελάσει. Και γελάει αδιαφορώντας αν ο κλόουν εκείνη τη στιγμή κάνει κάτι όμορφο, τραγικό, αδιάφορο ή μπανάλ. Επιπλέον έχε κατά νου (όπως ήδη γνωρίζεις) πως οι κλόουν χρησιμοποιούνται από το τσίρκο σαν το διάλειμμα μεταξύ δύο σοβαρών θεαμάτων που κόβουν την ανάσα. Είναι «φυσικό» λοιπόν, το κοινό, που λίγο πριν έβλεπε τους επαγγελματίες ακροβάτες με τις αστραφτερές στολές και τη λυγερή κορμοστασιά να κάνουν άλματα ισορροπίας πάνω σε μια δοκό και αμέσως μετά θα δει τους θηριοδαμαστές να επιβάλλουν την ανθρώπινη θέληση και να υποτάσσουν τα ζώα, να χρειάζεται ένα διάλειμμα τέτοιο που να ρίξει την αδρεναλίνη του και να χαλαρώσει ακριβώς για να του ξαναανεβεί με το αμέσως επόμενο επικίνδυνο νούμερο.
Είναι επίσης σοφή η παρατήρησή σου πως φορώντας τη στολή του κλόουν μέσα σ’ ένα τσίρκο, κανείς δεν περιμένει τίποτα από… ένα κλόουν μέσα σ’ ένα τσίρκο. Από την άλλη εγώ θα σου μιλήσω για τα δικά μου τσίρκα, σε κάποιο από το οποίο –συγνώμη που το αποκαλύπτω δημόσια- είχαμε συνεργαστεί με ιδιαίτερη επιτυχία εάν θυμάσαι, κάνοντας το κοινό να παραληρεί κι ενίοτε να λιποθυμάει.
Από τις εμπειρίες μου (πάντα ως κλούνι) κατέληξα σε κάτι πολύ σημαντικό. Πράγματι, είναι κρίμα που το «κοινό» δεν είναι εκ-παιδευμένο να γνωρίζει την πραγματική αξία του κάθε νούμερου με βάση τις ικανότητες του συντελεστή και να κρίνει απλώς με βάση το πρόγραμμα που του έχουν μοιράσει από πριν, θεωρώντας πως με τους κλόουν -ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ- γελάνε ενώ με τους ακροβάτες –ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ- αγωνιούν. Τελικά ΑΠΟΔΕΧΤΗΚΑ πως αυτό το κοινό ΥΠΑΡΧΕΙ και αυτό ΕΙΝΑΙ.
Πιο σημαντικό όμως (ακόμα κι από τη πιθανή αποδοχή του κοινού) αποδείχθηκε πως είναι η συναναστροφή με τους υπόλοιπους κλόουν. Με τον καιρό, έπαψα να κοιτάζω το κοινό, όταν έκανα κι εγώ κανένα ακροβατικό, αλλά παρατηρούσα τους υπόλοιπους κλόουν. Αντίστοιχα τους κοίταζα κι εγώ με τη σειρά μου στα δικά τους νούμερα. Κατόπιν, όταν το τσίρκο τέλειωνε, καθόμασταν μονάχοι το βράδυ πίνοντας καμιά μπύρα και λέγαμε για τα επικίνδυνα νούμερα που εκτελούσαμε, βρίσκοντας έτσι κι άλλους κλόουν που ένιωθαν (ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν) πως η δουλειά του ακροβάτη τους πήγαινε καλύτερα. Αυτό βέβαια συνέβη σταδιακά διότι μεταξύ μας και κατά τη διάρκεια του νούμερου που εκτελούσαμε, είχαμε πολύ κοντινή απόσταση (με αρκετούς από αυτούς) κι έτσι αυτό συνέβαλε στο να μπορούμε να δούμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου, πέρα από τη στολή που φορούσαμε κατά τη διάρκεια του τσίρκου.
Δυστυχώς, τώρα που το θυμάμαι, στο τσίρκο που δουλέψαμε μαζί, ποτέ οι κλόουν δεν βγάλαμε τις μάσκες μεταξύ τους (παρόλο που αυτό φαινόταν πως αποζητούσαμε) και νομίζω πως αυτό οφειλόταν στο ότι φοβόμασταν πως εάν αποκαλυπτόμασταν θα μοιάζαμε με… κλόουν (χωρίς τελικά να έχουμε συνειδητοποιήσει πως κλόουν είμαστε ούτως ή άλλως) κι έτσι, χωρίς να το αντιληφθούμε καλά καλά, παίξαμε το ρόλο του κοινού μεταξύ μας, πράγμα που αποδεικνύεται τραγικό και καθόλου σοφό (έφταιγε κι ο επιχειρηματίας θα μου πεις αλλά η επιχείρηση ήταν ΕΠΕ και πάλι καλά που μπορούσε να διατηρεί τσίρκο με μερικά από τα σπανιότερα είδη άγριων ζώων).
Τώρα πια εδώ, όπως σωστά είπες, έφτιαξα ένα τσίρκο και μάλιστα πολύ «πρώτο». Ένας λόγος είναι πως μ’ αρέσει να φτιάχνω τσίρκα (όταν δεν παίρνω ναρκωτικά) γιατί νιώθω πως αποκτώ στυλ στα ακροβατικά μου. Και το «στυλ» είναι αυτό που σου προσφέρει μια πραγματική ευχαρίστηση όταν πρόκειται να κάνεις κάτι απλό (επειδή τώρα εσύ δεν καταλαβαίνεις και τις άγνωστες λέξεις, το «στυλ» είναι κάτι σαν τη «μούτζα», δηλαδή, φαντάσου όταν οδηγάς το πανάκριβο αυτοκίνητό σου, να σε κλείσει κάποιος, ας πούμε από το «κοινό» που λέγαμε πριν, οπότε εσύ του φωνάζεις: «άντε γαμήσου ρε μαλάκα!» αλλά τι νόημα έχει αν δεν συνοδεύσεις το λόγο σου με μια «μούτζα», κίνηση η οποία δίνει –και δείχνει- τον ιδιαίτερο τόνο στην προσφώνησή σου, αυτό είναι το «στυλ»).
Επιπλέον βρήκα κι άλλα «κλούνια» με τα οποία μπορώ να συζητώ για τα τσίρκα μας και τα νούμερα που εκτελούμε. Βέβαια, θα αναρωτηθείς, τότε γιατί να διατηρώ το τσίρκο μου δημόσιο (και μάλιστα δωρεάν) και να προσελκύω το «κοινό» αλλά δεν εκτελώ τις ακροβατικές μου φιγούρες μεταξύ των υπόλοιπων κλόουν?
Δυστυχώς, το θέαμα είναι η μόνη οδός έκφρασης που υπάρχει για κάθε κλόουν. Εάν το δεις περισσότερο φιλοσοφικά (μια που από φιλοσοφία είσαι σκράπας και όλο με τα καινούργια αλυσοπρίονα της χουσκσβάρνα ασχολείσαι), κάθε μας έκφραση είναι ένα προσφερόμενο θέαμα, ακόμα και το απλό κοίταγμα του εαυτού μας στον καθρέφτη το πρωί. Ένα ρόλο παίζουμε, διαφορετικό κάθε φορά, φερόμενοι όπως θα έπρεπε να φερθούμε, ακόμα και απέναντι στον εαυτό μας. Δηλαδή, εάν αποφασίσεις πως σήμερα θα λες αλήθεια, αυτόματα σήμερα υποδύεσαι το ρόλο του ειλικρινούς σου εαυτού (άλλες φορές με επιτυχία κι άλλες με αποτυχία). Επιπλέον, ακόμα κι όταν συνειδητοποιημένα αποφασίζουμε να μην παίξουμε κανένα ρόλο, τότε είναι που παίζουμε τον ρόλο του να «μην παίζουμε κανένα ρόλο».
Άλλωστε, ακόμα και το «κοινό» παίζει το ρόλο του νομιμοποιητή του θεάματος των ρόλων που χαζεύει (πρέπει να κόψω τα βαριά κάποτε), τον οποίο όμως (ρόλο του «κοινού») ήδη έχει ενσαρκώσει υποσυνείδητα, με συνέπεια να μην γνωρίζει πως παίζει κάποιο ρόλο αλλά γι’ αυτό –επειδή ακριβώς δεν το συνειδητοποιεί- να τον παίζει χάλια, γι’ αυτό άλλωστε δεν μπορεί να διακρίνει τίποτα πέρα από τη στολή του κλόουν.
Θα τελειώσω εδώ –για τώρα- αυτόν το ρόλο του πολυλογά σχολιαστή, παρατηρώντας πως ο ρόλος που έπαιξες εσύ κάνοντας αυτό το ακροβατικό, είναι ένας ρόλος που αρέσκεσαι να παίζεις, γι’ αυτό άλλωστε και τον παίζεις πάρα πολύ καλά. Κι επειδή κι εμένα μ’ αρέσει να υποδύομαι (με το να υποδύεσαι ενσυνείδητα, έχεις την ψευδαίσθηση της επιλογής του ρόλου σου, η οποία όμως παραμένει ψευδαίσθηση, διότι το «να υποδύεσαι» δεν σε κάνει «να είσαι», σε κάνει όμως να θεωρείς πως «είναι δυνατόν να γίνεις»), επέλεξα να κινηθώ στο διαδικτυακό μας τσίρκο, χρησιμοποιώντας όσα μέσα και ρόλους μπορώ να παίξω, για να εκφραστώ με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Άλλωστε, όπως βλέπεις, επιλέγω να (εν)αλλάζω μάσκες, ρόλους αλλά ακόμα και τους πρωταγωνιστές του τσίρκου μου, για να μπορέσω να γνωρίσω και να παρατηρήσω κι άλλους κλόουν, χωρίς να κοιτάζω το «κοινό», αλλά –και- να παίζω ο ίδιος –παράλληλα- το ρόλο του «κοινού». Διότι ναι μεν το «κοινό» παίζει το δικό του «ρόλο», αλλά ίσως πρέπει να δούμε και τον ύποπτο ρόλο που παίζει ο εαυτός μας σαν «κοινό» και που τελικά θεωρεί (ο εαυτός μας) πως το κοινό είναι ένας «άλλος», διαφορετικός από εμάς…
ΥΓ: Εδώ δεν καταλαβαίνουμε από γιαούρτια, πέτα με τη σέσουλα!
09-10-2007 @ 22:34
Ποιο είναι όμως το κοινό θείο? Και ποιος είναι αυτός που μιλάει στο κοινό? Κι αν είναι το ίδιο το κοινό που μιλάει για τον εαυτό του μήπως τότε είμαστε όλοι ηλίθιοι που μιλάμε μόνοι μας στον εαυτό μας? Και τελικά τελικά ποιοι είμαστε εμείς, θα ρωτήσεις για να απαντήσεις πως είμαστε το τίποτα που φαντασιώνεται το κάτι και τι έχουμε να πούμε θα ρωτούσε το χαμινάκι για να απαντήσει τίποτα, αφού όλα πια έχουν ειπωθεί. Και δε φτάνει μόνο που χουμε εσάς έρχεται κι ο άλλος ο ντιούσντ- τώρα- πια και ρωτάει ποιος είναι ο Άλλος για να ρθω στη συνέχεια εγώ και να ρωτήσω τι είναι ο άλλος (με μικρό ή κεφαλαίο δεν έχει σημασία). Και το ρωτάω αυτό γιατί μα την παναγία έχω μπερδευτεί με όλες αυτές και άλλες λέξεις οι οποίες μου φαίνεται ότι δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα και χρησιμοποιούνται αυθαίρετα σε διάφορα πλαίσια, σημαίνοντας κάθε φορά κάτι διαφορετικό και που μόνο φαινομενικά ή επιφανειακά μοιάζει να είναι ίδιο με το νόημα που τους δόθηκε αρχικά. Θέλω να πω ότι οι λέξεις είναι κενές περιεχομένου, είναι απλά ήχοι ή σχήματα.
Γι’ αυτό θείο όταν όλοι μιλήσουμε πχ για τον άλλο, άλλο θα εννοείς εσύ, άλλο εγώ, άλλο κάποιος άλλος και γενικά μιλάμε άλλαντάλλων (πως γράφεται αυτό ρε πούστη μου) γι’ αυτό κανείς δεν ακούει κανέναν και πολύ αμφιβάλλω αν κάποιος ακούει έστω τον εαυτό του. Κι επειδή όλα αυτά τα ποιος, τα τι κτλ έχουν να κάνουν με το ποιος είμαι εγώ τελικά που σκέφτεται αυτά τα ερωτήματα για τον εαυτό του, τους άλλους, τον κόσμο, το κεντρικό ζήτημα που αναδύεται βεβαίως βεβαίως είναι εκείνο της ταυτότητας που πε το τρόλι κάπου, που πάει πακέτο βεβαίως βεβαίως με την ετερότητα όπως επίσης με τη συνείδηση, τη βούληση, τη δυνατότητα, τη δυνητικότητα, τους όρους, τις προϋποθέσεις και την έκφραση της ύπαρξής μου/σου/του κτλ. Στοπ.
Τι είναι τα ΜΜΕ? Τηλεόραση, εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνο. Γιατί ταυτίζονται σχεδόν αποκλειστικά με την τηλεόραση? Τι είναι το Ε του ΜΜΕ? Ενημέρωση. Γιατί όμως αυτό το Ε δηλώνει περισσότερο την επικοινωνία και γιατί η επικοινωνία ταυτίζεται με το σταρ σίστεμ, το θέαμα, τους επώνυμους, τους αναγνωρίσιμους, την προβολή και την έκθεση, γιατί ο ανκορμαν περνιέται για δημοσιογράφος? Και γιατί το διαδίκτυο και τα μπλογκς σχετίζονται με όλα τα παραπάνω έτσι ώστε το ίντερνετ να σημαίνει προβολή, αυτός που γράφει στο ίντερνετ να αρχίζει να επιθυμεί να γίνει μπλόγκερ κι ο χρήστης του διαδικτύου γενικά να παίρνει το ρολο που του επιφυλάσσει η τηλεόραση? Γι’ αυτό και γίνεται λόγος για προβολή, έκθεση, επωνυμία, ανωνυμία κτλ. Έχουν αποδοθεί στο ίντερνετ και στον μπλόγκερ τα χαρακτηριστικά και οι ιδιότητες της τηλεόρασης και γενικά του θεάματος που λες κι εσύ μπάρμπα άσπικ.
(Που λες θείο τους είχα ξαναπεί και παλιά, ότι κάθονται και ασχολούνται με ότι τους λέει η τηλεόραση κι ότι άμα συνεχίσουν έτσι θα καταντήσουν σαν τις εκπομπές του χαρδαβέλα, αλλά με βρίσανε, τσατίστηκα και σηκώθηκα κι έφυγα, τους είχα πει επίσης ότι είναι τόσο μαλάκες που αφήνουν τους άλλους να μιλάνε γι’ αυτούς κι ότι τελικά δεν αυτοπροσδιορίζονται αλλά ετεροπροσδιορίζονται αλλά με ξαναβρίσανε και ξαναέφυγα) (και να σκεφτείς ότι στην αρχή τους είχα μιλήσει πολύ ευγενικά και όμορφα, γιατί έβλεπα πως είναι φλώροι εδώ μέσα η παρέα του ντιούσντ-τώρα-πια, και είπα να τους καλοπιάσω, να μιλήσω με τον τρόπο τους, με το σεις και με το σας, αλλά αυτοί οι απολίτιστοι μου φέρθηκαν απάνθρωπα) (ε από τότε αποφάσισα να μην ξαναγράψω σε κανένα μπλογκερ, αλλά μιας και σε είδα θείο μου είπα να μπω να σου πω ένα γεια, γιατί σε πεθύμησα κιόλας. Σκεφτόμουν όλο αυτό τον καιρό από τότε που διαλύθηκε το υπόστεγο, τι να κάνεις, που να γυρνάς. Κάτι πήρε τ’ αυτί μου ότι συχνάζεις στα μούλτια κι ανησύχησα, αλλά μάλλον είναι συκοφαντίες, έτσι δεν είναι θείοοοοοο?)
Και λοιπόν μιας και μιλάμε για μπλογκ να πω ότι καλό θα ήταν κατά τη γνώμη μου τα παιδιά οι μπλόγκερς να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους, αυτό που κάνουν, τους λόγους για τους οποίους το κάνουν ώστε να εκφράσουν τον εαυτό τους κι όχι αυτό που τους υποβάλλουν άλλοι. Όσοι λιγότεροι μπλόγκερς στην τιβί τόσο καλύτερα μπλογκ στο ίντερνετ. Στοπ.
Ο άλλος λοιπόν ποιος είναι, για να ξανάρθω στο αρχικό ερώτημα. Ο άλλος είναι αυτός τον οποίο έχω «καλέσει» για να επικοινωνήσω, να διαλεχθώ γιατί επιθυμώ να τον γνωρίσω, να τον «φιλοξενήσω». Σ’ αυτή τη σχέση επικοινωνίας δεν υπάρχει απειλή, ούτε φόβος και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο μπορώ να σιωπώ κι αυτή η σιωπή ίσως είναι η προϋπόθεση της ομιλίας του άλλου όπως αυτός ο άλλος είναι η προϋπόθεση της δικής μου ύπαρξης. Όταν έχουμε αναπτύξει οικειότητα με κάποιον μπορούμε για ώρες να καθόμαστε αμίλητοι, όταν αντίθετα η οικειότητα δεν υπάρχει οι στιγμές σιωπής είναι στιγμές αμηχανίας, φόβου μιας απειλής. Αν αυτό ισχύει ευρύτερα τότε το ασταμάτητο μπλα μπλα των καιρών μας ίσως να είναι η άμυνα-επίθεση απέναντι στην απειλή που νοιώθουμε από τον άλλο. Κι αν ο άλλος είναι το κοινό, κι αν στο κοινό μετέχω κι εγώ, τότε αυτή η άμυνα-επίθεση είναι προς τον εαυτό μου.
Αλλά αυτά είναι απλές υποθέσεις που προκύπτουν από λέξεις χωρίς περιεχόμενο. Κι ο λόγος με μικρό γίνεται ένα μέσο για να ειπωθεί το άφατο, το αντικείμενο δηλαδή της τέχνης που είναι η μόνη που απέμεινε να μας μιλήσει για τον κόσμο.
Μπου!
10-10-2007 @ 01:16
“Αντίθετα με την επιβεβλημένη άποψη,
Ο λόγος δεν είναι δημιουργός ενός κόσμου.
Ο άνθρωπος μιλάει όπως ο σκύλος γαυγίζει,
Για να εκφράσει το θυμό ή το φόβο του.
Η απόλαυση είναι σιωπηλή,
Ακριβώς όπως η κατάσταση της ευτυχίας”.
Μ. Ουελμπέκ, η δυνατότητα ενός νησιού.
Ολόκληρο ποστ ήθελα να γράψω με αφορμή αυτό αλλά τέλος πάντων, σας το χαλαλίζω γιατί κολλάει.
Άσε που ως μέλος του κοινού, προτιμώ να αναπαράγω από το να σκέφτομαι.
Τέλος, θέλω να τονίσω πώς ελάχιστοι κλόουν κάνουν το κοινό να γελάει με την ψυχή του. Τις περισσότερες φορές, γελάμε για να μην τους προσβάλλουμε ή από ευγένεια όταν ψάχνουν με κομμένη την ανάσα τις αντιδράσεις στα πρόσωπά μας.
Αν γελούσαν όπως κάνουν οι ακροβάτες όμως, δεν θα ήταν κλόουν… λογικό.
ΥΓ. Θα ήταν χρήσιμος ένας χάρακας…
10-10-2007 @ 18:48
Άρε φιλ …
11-10-2007 @ 00:37
Τώρα τι να πώ και εγώ;
Θα με αναγκάσετε να μιλήσω σοβαρά και θα φανώ πάλι ηλίθιος.
Που είσαι ρε ανηψιέ γαμώτη φάρα σου;
Χαίρομαι που τους τα ψαλλες εδώ μέσα. Καλό και ΄εξυπνο παιδί ο φίλ,αλλά μου φαίνεται λίγο φρουντουλιάρης.
Συμφωνώ και με τους δυό σας σε ότι είπατε,βεβαίως και βάζω και τον εαυτό μου μέσα στο κοινό (που σημαίνει ότι τα γιαούρτια τα ρίχνω και σε μένα) και έχω την εντύπωση πώς όπως είπε ο φίλ,ότι τους κλόουν τους βάζουν σάν διάλλειμα ανάμεσα σε δυό νού΄μερα,έτσι και το κοινό τώρα,εμείς αλλά και η εποχή μας,βρίσκεται ανάμεσα σε δυό θεάματα.Βασικά δηλαδή έχουν ανάψει τα φώτα,και παίρνουμε στραγάλια και κοκακόλες περιμένοντας να σβήσουν και να αρχίσει το επομενο θέαμα.
Βαρετό ξεβαρετό,κάπου εδώ είμαστε.
Όμως,ασχοληθήκατε αρκετά με το κοινό,δέν ασχοληθήκατε και με τον κλοουν τον ίδιο.
Γιατί δέχτηκε να του βάλουν τη στολή;
Και αφού την δέχτηκε,γιατί τώρα θέλει να είναι κάτι άλλο;
Τι κάνουμε εδώ μέσα;
Μάς φορέσαν μιά στολή,για να έχουμε την δυνατότητα να λέμε πώς δέν πρέπει να φοράμε στολές;
Και γιατί δέν την βγάζουμε;
Από το να καταφερόμαστε εναντίον των στολών,καλύτερα δέν είναι απλώς να τις βγάλουμε;
Ή τελικα την επιθυμούμε για να έχουμε δυνατότητα λόγου και διαμαρτυρίας;
Αυτό δέν είναι όμως ανούσιος λόγος που λέει ο ανηψιός;
Γινόμαστε υπερκαταναλωτικοί για να έχουμε την δυνατότητα να στραφούμε εναντίον της υπερκαταναλωτικής μανίας,που οδηγεί τον άνθρωπο σε παρακμή και ηλιθιότητα
Περιγράφουμε μιά ηλιθιότητα δηλαδή,αναγκαζόμενοι όμως και εμείς να γίνουμε ηλίθιοι για να την καταλάβουμε και να την περιγράψουμε σωστά.
Είμαστε ή δέν είμαστε κλόουν που θέλουμε να το παίξουμε σοβαροί;
Εκατοντάδες χιλιάδες χρήστες μιλάνε στο εικονικό,υπέρ μιάς αυθεντικής έκφρασης,αλλά το μέσο και ο τρόπος που το κάνουν μόνο αυθεντικά δέν είναι.
Βασικά νομίζω πως το εικονικό είναι μιά μεταβατική περίοδος,στην οποία επειδή τα φώτα αργούν να σβήσουν για να συνεχιστεί η παράσταση,σχηματίστηκαν διάφορα πηγαδάκια ανάμεσα στους θεατές,όπου αυτοί αναπαράγουν αυτά που είδαν μέχρι τώρα.
Ευτυχώς η δυστυχώς,η συνέχεια θα έλθει και πάλι απο την σκηνή.
Και στην σκηνή δέν πρωταγωνιστούν οι επιθυμίες των θεατών όπως τώρα που τείνουν να γίνουν καταστροφικές,αλλά οι ανάγκες της παράστασης που μπορεί να είναι και σωτήριες.
Άν ο ακροβάτης είναι κανένας τσέ βέβαια,γιατι΄μπορεί να εμφανιστει΄και ο χίτλερ.
Σημασία έχει παιδιά,πώς αρκετά φάγαμε,αρκετά ήπιαμε,παίξαμε και μεταξύ μας,τώρα γυρίστε και πάλι στην σκηνή,γιατί η παράσταση όπου να ναι αρχίζει.
Και θα είναι πολύ τ ραγικό να συνειδητοποιήσουμε,ότι τελικά νομίζαμε ότι είμασταν το κοινό,αλλα΄στην πραγματικότητα είμασταν ……
….τα ζώα στα κλουβιά τους.
ΒΓ Ανηψιέ,τι θα γίνει θα κάτσουμε ε δώ στου φίλ τώρα να πούμε καμμιά μαλακία λές;
ΒΓ2 Χρησιμοποιώ τα παλιά νίκ,γιατί είμαι ευαίσθητος όπως ξέρετε και δέν μπορώ να τα αποχωριστώ.
ΒΓ3 Μώβ σκούρο πρός το μπλέ,η αλήθεια που είναι η αποσταση των πραγμάτων,μάς κανει να βρίσκουμε πολύ αστείο κάτι για να ναι όντως τόσο τραγικά αληθινό,μήν μπορώντας να αποδεχθούμε πώς η τραγική πραγματικότητα είναι αστεία.
ΒΓ4 Ναι περνάω από τα μούλτι ανηψιέ,γιατί με ξέρεις τώρα τι κοροδιάρης είμαι και θέλω να φωνάζω και να βριζω τους άλλους.
Μήν βλέπεις που είμαστε όλοι συγγενείς εμείς εδώ μέσα και δέν μπορώ να σας φωνάξω,γαμώ το σόι μας γαμώ.
ΒΓ 5 Γιατί ρε φίλ λές ότι στο τσίρκο που συνεργαστήκαμε δέν βγήκαμε ποτέ από τις στολές μας πιούμε μιά μπύρα και να έλθουμε πιο κοντά;
Γιατί με στενοχωρείς;
Είμασταν ψυχροί και απόμακροι δηλαδή;
11-10-2007 @ 01:21
Στη τελικη ρε παιχταραδες πιο ειναι το θεμα σας ; Γιατι μεις οι ψιλοαμορφωτοι μενουμε λιγακι πισω….ειναι μηπως η χαζοιδεα σας να γινεται κατα καποιο τροπο famous σ αυτο το κυβερνο οικοδομημα η διακατεχεστε επι το πλειστον σε πιο απλοικες αναζητησεις του ειναι σας , “λεγοντας” ανα την επικρατεια των φορουμ οτι κ καλα απλα βγαζω τα εσωτερα μου στην επιφανεια κρυβοντας παντα τον κλοουν που πολυ σωστα μας πεταει ο μπαμπινος ; Γιατι κ στη μια κ στην αλλη (κ πολυ φυσικα θα θελα να ακουσω κ τις αλλες αποψεις σας γιατι σιγουρα δε μπορει ..θα χεται..) ε χ ε τ ε χτισει μεσω του διαλογου στο νετ ισα με καμμια 10 ρια διαφορετικους χαρακτηρες που τους προσαρμοζεται αναλογα με τις περιστασεις , μα το αποτελεσμα παραμενει παντα το ιδιο …how can i make my self rich & famous..
Λοιπον παιχταραδες μου η δικη μας δουλεια σ αυτο το χαζοιντερνετικο κοσμο δεν ειναι να γνωρισουμε , κ εν μεσω της γνωσης να δοξαστουμε , αλλα να καταφερουμε μπας κ πιασουμε κανα κρυμμενο “νοημα” και να βοηθησουμε αυτη τη μικρη ζηση μας να ζησει με καποιους κανονες που θα τις επιτρεψουν σαν λογικο πλασμα που ναι ο ανθρωπος να στραφουμε προς την ιδια μας τη συνειδηση , για να μελετησουμε τις πνευματικες της λειτουργειες και να μετρησουμε μ ακριβεια τις δυναμεις της…
Οποτε ξεκοληστε απ τη ματαιη αναζητηση επιτελους της καποιας διασημοτητας που ενδομυχα αναζητατε κ στρεψτε τα ματια σας κ τις αναζητησεις σας σε κατι πιο ουσιαστικο …στον εαυτο σας τον ιδιο..
Χαζονταμαρα…
Ε χαζονταμαρα……….
11-10-2007 @ 18:43
klap
klap
klap 
11-10-2007 @ 19:30
Ορίστε,δίκιο έχει και μας την λέει ο φιμπουλές (ευθέως αλλά και με υποννοούμενα).
Τι θα του απαντήσουμε τώρα εμείς,συμπαίκτες παιχταράδες;
Συμφωνώ πάντως μαζί του,αυτά που είπε προσπάθησα να θίξω και εγώ,όμως ρε φίλμπυ,και ποιός τελικά δέν επιζητά την διασημότητα;
Και τι άραγε έγινε στον κόσμο,χωρίς να υπάρχει από πίσω το κίνητρο της φήμης,της δόξας,του σέξ ή του πλούτου;
Μήπως λοιπόν πρέπει να είμαστε λίγο πιο ανεκτικοί με αυτά τα πράγματα;
Φίλ,κατ αρχήν θέλω να σε ρωτήσω,γιατι΄δέν υπάρχει η δυνατότητα να γράφουν και οι εντελώς ανώνυμοι.
Και γιατί έχεις αποκλείσει τα κενά και δέν μπορώ να βάλω βυθογράφους;
Και η ανάποδη σειρά των απαντήσεων που έχεις βάλει,μου φαίνεται πώς δέν είναι και τόσο βολική.
11-10-2007 @ 22:10
Σε κάθε τι υπάρχει κι η αντίθετή του πλευρά, επιλέγουμε πλευρές δοκιμάζοντας και βλέποντας πως πηγαίνει στη ζωή κι εξηγούμαι:
- οι εντελώς ανώνυμοι μπορούν να γράψουν διότι εδώ μοιάζουν σαν τους ψευδώνυμους με την έννοια πως είναι ισότιμοι, δηλαδή εδώ δεν είναι blogspot που χρειάζεται να έχεις λογαριασμό, απλά δηλώνεις ΕΣΥ ένα ψευδώνυμο της επιλογής σου χωρίς να το κατοχυρώσεις πουθενά, θα μπορούσε ας πούμε κάποιος να γράψει σαν aspic, το μόνο που είναι υποχρεωτικό είναι να δηλώσεις κάτι και να μην αφήσεις το πεδίο κενό (το ίδιο και το e-mail) κι αυτό για ν’ αποφύγω τους spammers που είναι αρκετοί.
Δοκίμασε να γράψεις σχόλιο ή ακόμα και άρθρο σαν “καραμανλής” ή “μητσοτάκης” ή “νίκος δήμου”, οι ανώνυμοι απλά βαφτίζονται με ένα εφήμερο όνομα επιλογής τους για να τους απευθύνει κάποιος το λόγο και ΔΕΝ αποκλείονται.
- Η ανάποδη σειρά σχολίων μπήκε επίτηδες διότι θεώρησα πως βολεύει τον αρθρογράφο που παρακολουθεί τα σχόλιά του κι ενημερώνεται για τα τελευταία σχόλια της συζήτησης, ιδιαίτερα εάν μοιάζουν με σεντόνια όπως τα δικά μας.
Από την άλλη, όποιος θέλει να διαβάσει τη συζήτηση από την αρχή μπερδεύεται γιατί κατεβαίνει από τα χαμηλά στα ψηλά αλλά κι αυτό το έβλεπα σαν λύση μιας και βαριόμουνα να κατεβαίνω χαμηλά για να διαβάσω τον τελευταίο σχολιαστή περνώντας από όσους ήδη είχα διαβάσει.
Είμαι όμως το ίδιος προβληματισμένος όπως εσύ κι ίσως να το ξαναγυρίσω μιας που στην πράξη ανεβοκατεβαίνεις σαν ανσασέρ και χάνεις το νόημα.
- Ο βυθογράφος είναι το δικό σου “στυλ” και ομολογώ πως μέχρι σήμερα κανένας δεν το είχε αποζητήσει. Το Wordpress “τρώει” τα έξτρα κενά για να μην μπαίνουνε διάφοροι και σου πηδάνε τα σχόλια αλλά και για να μπορεί να διαχειριστεί κάποιες διαφορετικές παραμέτρους που δεν έχει νόημα να σου εξηγήσω, όμως υπάρχει μια λύση για να μη σου χαλάσω το στυλ αλλά πρέπει πρώτα να τη σκεφτώ αφού μου περάσει το γόνατο που μου πονάει από το πρωί.
fbl και lefty (που σου απαντάω εδώ για να μη στεναχωρήσω το χαμίνι που της λαμπάδιασες το δημοσίευμά της
αλλά και που ξέρω πως δεν μασάει) το μαγαζί δεν έχει πόρτα κι είναι αφιερωμένο στην αναζήτηση. Τώρα αν από αυτό περιμένετε να βγει ο λόγος, η καύλα, η διασημότητα ή ο πλούτος, μάλλον γελιέστε, απλά υπάρχει για να συζητάω γι’ αυτά (αν και δεν θα μου ‘πεφτε άσχημα να έβγαζα σήμερα από εδώ 72 ευρώ να πληρώσω τα κοινόχρηστα γιατί αλλάξανε την πόρτα της εισόδου (ήμαρτον!).
Σκιά, άσε τα χειροκροτήματα και πιάσε δουλειά, υπάρχουν χιλιάδες απαντήσεις αλλά έλεγα μήπως έβαζες ένα χεράκι να βρούμε τις σωστές ερωτήσεις
Ακόμα δεν έχω διαβάσει ουελμπέκ paperflower κι αυτό επειδή έχω ακούσει πολλά καλά λόγια από πολλούς, κάνε κανα bookcrossing όμως και θα τρέξω πρώτος!
Το μωβ-σκούρο-προς-το-μπλε να εξηγήσει καλύτερα γιατί το μόνο νίτρο που ξέρω θα έκαιγε τον αρχαίο εγκεφαλικό κινητήρα μου στα πρώτα 100 μέτρα και μάλλον δεν υπαινίσσεται αυτό!
ΥΓ: Ετερώνυμε όλα καλά (θα έλεγα μάλιστα πως συμφωνήσαμε περισσότερο και με παράδοξο τρόπο αυτή τη φορά) αλλά θα μπορούσες να εξηγήσεις περισσότερο αυτό με το… άφατο?
ΥΓ2: είδες ρε balidor τι τραβάω?
12-10-2007 @ 16:22
Όντως…
ακόμα και τα κομεντς τα διαβάζω παράγραφο παράγραφο, απο κάτω προς τα πάνω..
(άσχετο με το νόημα του ποστ αλλα ειπα να το πώ… μιας και δεν ειμαι και “Ο” έμπειρος σχολιαστής κειμένων, όπως τα δικά σου (sorry, I just read mate) !