
Αυτές τις μέρες τις μετράω συχνότερα από τις άλλες. Μάλλον επειδή οι γιορτές μου προξενούν εκείνο το βλακώδες αίσθημα κοροϊδίας. Νιώθω δηλαδή να κοροϊδεύω και να με κοροϊδεύουνε μιας και όλοι γιορτάζουμε κάτι αδιόρατο και παγκόσμιο που ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει. Λέω όμως συνέχεια «χρόνια πολλά» εδώ και πολλά χρόνια από συνήθειο και ντροπή αλλά και «καλές γιορτές», χωρίς ακριβώς να τα εννοώ, αλλά βλέπω τους άλλους να περιμένουν αυτήν ακριβώς την ευχή για να αρχίσουν ή να κλείσουν την –όποια- κουβέντα.
Χτες η πόρτα άνοιξε και μπήκε μια μαυροφορεμένη κυρία. Έκανε λάθος πόρτα αλλά φαινόταν πολύ κουρασμένη. Μου ‘πε πως πριν λίγες μέρες πέθανε ο αδερφός της κι έπρεπε να μαζέψει χαρτιά, μνήμες, μαρτυρίες και συνειδήσεις. Παρόλα αυτά με ευχαρίστησε και μου είπε χρόνια πολλά για την ελάχιστη βοήθεια που της πρόσφερα καθοδηγώντας την. Εγώ έμεινα να την κοιτάζω να φεύγει σαν φάντασμα κι ενώ ήθελα πολύ να της ανταποδώσω την ευχή, αυτό στάθηκε αδύνατον. Δεν έβγαιναν λέξεις από το στόμα μου όσο την παρακολουθούσα να σέρνεται πριν κλείσει ευγενικά την πόρτα. Σκεφτόμουν με τι θράσος μπορείς να πεις σε έναν άνθρωπο «καλές γιορτές» όταν νιώθει τέτοια θλίψη και πως να του ευχηθείς «χρόνια πολλά» όταν ο θάνατος μπούκαρε στο σπίτι του. Τη θαύμασα όμως παρόλο που ντράπηκα.



















